Τετάρτη, 28 Απριλίου 2021

Προκόπης Παυλόπουλος: Πως το Σύνταγμα επιβάλλει την προστασία του κοινωνικού κράτους και την πάταξη της ασυδοσίας του νεοφιλελευθερισμού

Σημεία παράδοσης του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας και


Επίτιμου Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Προκοπίου Παυλοπούλου, στο πλαίσιο του μαθήματος «Εφαρμογές Δημόσιου Δικαίου», προς τους φοιτητές της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ, με θέμα: «Η Κοινωνικοοικονομική “Ιδεολογία” του Συντάγματος. Οι παραδοσιακές συνιστώσες και οι σύγχρονες “φυγόκεντρες” οικονομικές τάσεις»

Πρόλογος

Είναι γνωστή, τόσο στην Οικονομική όσο και στην Νομική Επιστήμη, η σχέση μεταξύ Κανόνα Δικαίου και κοινωνικοοικονομικής πραγματικότητας. Με την έννοια της αμφίδρομης επιρροής που αναπτύσσεται μεταξύ αφενός της υποδομής, την οποία συνθέτει η εκάστοτε διαμορφούμενη κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα. Και, αφετέρου, του εποικοδομήματος, δηλαδή της προερχόμενης από την υποδομή αυτή ρύθμισης κανονιστικού περιεχομένου.

Α. Τούτο εξηγεί πώς και γιατί η τελική επιρροή του Κανόνα Δικαίου στον εμπλουτισμό, από την πλευρά του, της κοινωνικοοικονομικής πραγματικότητας από την οποία προέρχεται, αποτελεί, σε σημαντικό βαθμό, και το μέτρο αποτίμησης της κανονιστικής του εμβέλειας και επάρκειας.


1. Από την στιγμή δε κατά την οποία το Σύνταγμα συντίθεται από ένα σύνολο κανόνων δικαίου, οι οποίοι βεβαίως αποτελούν το θεμέλιο αλλά και την κορωνίδα της Έννομης Τάξης, είναι φανερό πως ισχύει στο ακέραιο και γι’ αυτό η κατά τ’ ανωτέρω λογική περί αμφίδρομης επιρροής. Με άλλες λέξεις, και το Σύνταγμα επηρεάζεται ευθέως από την υποδομή της κοινωνικοοικονομικής πραγματικότητας, η οποία υφίσταται όταν συντελούνται οι διεργασίες θέσπισής του, σε συντακτικό και αναθεωρητικό επίπεδο.


2. Εκείνο όμως το οποίο πρέπει να διερευνηθεί ειδικώς ως προς το Σύνταγμα, ακριβώς λόγω της θεσμικής ιδιοσυστασίας του, είναι από την μια πλευρά η ιδιοσυστασία της αμφίδρομης επιρροής με την υποδομή του. Και, από την άλλη πλευρά, πώς «χρωματίζει», από ιδεολογική σκοπιά, το Σύνταγμα η σύνθεση των κοινωνικοοικονομικών δεδομένων που επικρατούν όταν ασκείται η Συντακτική ή και η Αναθεωρητική Εξουσία.


Β. Η υπέρτερη τυπική ισχύς του Συντάγματος σε σχέση με τους λοιπούς κανόνες δικαίου –δηλαδή η «αυστηρότητά» του, όπως «απεικονίζεται» στις διατάξεις του άρθρου 110 περί αναθεώρησής του– οι οποίοι αποτελούν την όλη Έννομη Τάξη και προσδιορίζουν την ιεραρχία της, συνεπάγεται κατ’ ανάγκη για τους κανόνες του, και μάλιστα τόσο γι’ αυτούς που προέρχονται από την Συντακτική όσο και για εκείνους που δημιουργεί μετέπειτα η Αναθεωρητική Εξουσία, την σχετικώς μακρά χρονική διάρκεια ισχύος και εφαρμογής τους.


1. Άρα και την ενισχυμένη –σε σχέση με τους λοιπούς κανόνες δικαίου της Έννομης Τάξης, οι οποίοι μεταβάλλονται συχνότερα– επιρροή των κανονιστικών δεδομένων του Συντάγματος πάνω στην κοινωνικοοικονομική υποδομή προέλευσής του. Θα μπορούσε μάλιστα βασίμως –και για οιονδήποτε λόγο, που μπορεί ν’ αφορά τόσο την χρονική διάρκεια ισχύος των κανόνων του όσο και την αποτελεσματικότητα της εφαρμογής τους– να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι όσο μικρότερη είναι η επιρροή των κανονιστικών επιπτώσεων του Συντάγματος στην κοινωνικοοικονομική υποδομή του, τόσο περισσότερο επηρεάζεται αρνητικώς και, τελικώς, υπονομεύεται η αυξημένη τυπική ισχύς του.


2. Συνακόλουθα, η όλη υπεράσπιση του θεσμικού κύρους του Συντάγματος συναρτάται ευθέως και με τη διασφάλιση των όρων και των προϋποθέσεων της ενεργού συμμετοχής της εφαρμογής του στην διάπλαση των κοινωνικών και οικονομικών δεδομένων, που επικρατούν καθ’ όλη την διάρκεια της εφαρμογής αυτής.


Γ. Η επιρροή της κοινωνικοοικονομικής υποδομής στο κανονιστικό πλαίσιο του Συντάγματος εκφράζεται, κατά κύριο -θα μπορούσε κανείς να πει «εμβληματικό»- λόγο και τρόπο μέσ’ από την συνακόλουθη διαμόρφωση εντός του πλαισίου αυτού ρητρών με ιδεολογικό, lato sensu, περιεχόμενο. Ήτοι ρητρών, οι οποίες προσδιορίζουν την στάση του Συντακτικού και του Αναθεωρητικού Νομοθέτη αναφορικά με την πορεία εξέλιξης του κοινωνικοοικονομικού γίγνεσθαι. Και υπ’ αυτήν ακριβώς την έννοια μπορεί να γίνει λόγος για μια μορφή κοινωνικοοικονομικής «ιδεολογίας» του Συντάγματος. Στην αναζήτηση και περιγραφή αυτής της ιδεολογίας είναι αφιερωμένη η ανάλυση που ακολουθεί. Εν είδει προοιμίου διευκρινίζεται ότι, με βάση τις διατάξεις του Συντάγματος οι οποίες θα εκτεθούν στην συνέχεια, οι δύο συντεταγμένες της ως άνω «ιδεολογίας» μπορούν να συνοψισθούν:


1. Πρώτον, στην μέσω των κανόνων δικαίου του Συντάγματος υιοθέτηση των βασικών αρχών του ριζοσπαστικού Φιλελευθερισμού με κοινωνικό πρόσωπο. Δηλαδή, κατ’ ουσία, του Κράτους Δικαίου το οποίο είναι τεταγμένο, εξ ορισμού, στην υπεράσπιση των συνταγματικώς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του Ανθρώπου, μ’ έμφαση στα κοινωνικά δικαιώματα, που καθορίζουν το καθεστώς ενός αποτελεσματικού Κοινωνικού Κράτους Δικαίου.


2. Και, δεύτερον, στον προσδιορισμό -φυσικά και πάλι μέσω των κανόνων δικαίου του Συντάγματος- των ορίων του κρατικού παρεμβατισμού. Ορίων τα οποία, με την σειρά τους, προσδιορίζουν -δευτερογενώς, όπως είναι ευνόητο- τ’ αντίστοιχα όρια των διαδικασιών τόσο των αποκρατικοποιήσεων όσο και των ιδιωτικοποιήσεων δομών, οι οποίες είναι σήμερα εντεταγμένες στο πλαίσιο του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα. Δηλαδή στο πλαίσιο του πεδίου, εντός του οποίου δραστηριοποιείται οικονομικώς το Κράτος με τα δορυφορικά νομικά του πρόσωπα.


Ι. Τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του Φιλελευθερισμού και του κρατικού παρεμβατισμού υπό το καθεστώς του ισχύοντος Συντάγματος.


Η κοινωνικοοικονομική «ιδεολογία» του Συντάγματος συναρτάται φυσικά, από πλευράς των κανονιστικών δεδομένων προσδιορισμού της, με την ευρύτερη συνύπαρξή του με άλλους κανόνες δικαίου, ως προς τους οποίους οι διατάξεις του τελούν σε σχέση «ισορροπίας εφαρμογής». Όπως είναι αυτονόητο, πρόκειται κυρίως για τους κανόνες του Ευρωπαϊκού Δικαίου, πρωτογενούς και παραγώγου, με τους οποίους το Σύνταγμα τελεί σε καθεστώς «αναγκαστικής» συνύπαρξης –ήτοι δίχως δυνατότητα καθολικώς αποδεκτής ιεράρχησης- για όσο χρόνο η Ευρωπαϊκή Ένωση αδυνατεί ν’ αποκτήσει θεσμικά χαρακτηριστικά ενιαίας κρατικής οντότητας. Με την έννοια αυτή επιχειρείται στην συνέχεια η περιγραφή αφενός των «ιδεολογικών» συνιστωσών του Συντάγματος. Και, αφετέρου, των διατάξεων του Συντάγματος οι οποίες τις καθιερώνουν. Οι περί Φιλελευθερισμού και παρεμβατισμού αναλύσεις που ακολουθούν στηρίζονται τόσο στις γενικές θεωρήσεις του παραδοσιακού –ήτοι πριν από την νεοφιλελεύθερη «επέλαση»– καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος. Όσο και στις αντίστοιχες «προσλαμβάνουσες παραστάσεις» του Συντακτικού και Αναθεωρητικού Νομοθέτη στο πλαίσιο του ισχύοντος Συντάγματος του 1975, φυσικά ύστερα από τις ως τώρα αναθεωρήσεις του.


Α. Ο ριζοσπαστικός Φιλελευθερισμός με κοινωνικό πρόσωπο.


Σύμφωνα με τα ιστορικά, και όχι μόνο, δεδομένα του «γνήσιου» καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος, δηλαδή του συστήματος εκείνου το οποίο εφαρμοζόταν πριν από την, νεοφιλελεύθερης προέλευσης, διαφοροποίησή του, ο Φιλελευθερισμός αποτελεί βασικό, πρωτίστως ιδεολογικής υφής, πυλώνα του. Και τον πυλώνα αυτό συνθέτουν, ως προς τα διακριτικά χαρακτηριστικά του και την πεμπτουσία του πυρήνα του:


1. Το Κράτος Δικαίου.


Κατά πρώτο λόγο το Κράτος Δικαίου. Αρκεί εδώ να εκτεθούν, εντελώς συνοπτικά, οι γενικές γραμμές σύνδεσης του Φιλελευθερισμού με το θεσμικοπολιτικό καθεστώς του Κράτους Δικαίου. Ειδικότερα το Κράτος Δικαίου αποτελεί, κατ’ ουσίαν, το θεσμικό θεμέλιο του Φιλελευθερισμού, δεδομένου ότι:


α) Η φύση του Κράτους Δικαίου έγκειται στην ύπαρξη θεμελιωδών διατάξεων, οι οποίες διέπουν την οργάνωση και λειτουργία πολιτικών θεσμών, εξοπλισμένων με αρμοδιότητες που επιβάλλει η ουσία του Φιλελευθερισμού. Καθώς και στην ύπαρξη μηχανισμών, οι οποίοι εγγυώνται ότι οι λοιποί κανόνες δικαίου, που διέπουν το κοινωνικό και οικονομικό γίγνεσθαι, παράγονται και εφαρμόζονται χωρίς να έρχονται σε αντίθεση με τις ως άνω θεμελιώδεις διατάξεις. Επιπλέον, το Κράτος Δικαίου προϋποθέτει την ύπαρξη και λειτουργία θεσμών, οι οποίοι διασφαλίζουν:


α1) Πρώτον, την δημοκρατική διακυβέρνηση του κοινωνικού συνόλου από όργανα, που αναδεικνύονται μέσ’ από την διαδικασία ελεύθερων και κατά τακτά χρονικά διαστήματα επαναλαμβανομένων εκλογών υπό καθεστώς καθολικότητας, ισότητας και μυστικότητας της ψήφου.


α2) Και, δεύτερον, στην μεν πλειοψηφία την δυνατότητα να κυβερνά, εφαρμόζοντας το πρόγραμμα, με βάση το οποίο έχει εκλεγεί. Στην δε μειοψηφία την δυνατότητα να ελέγχει, πάντα υπό θεσμικούς όρους, την πλειοψηφία.


β) Επιπλέον, η ουσία του Κράτους Δικαίου, στο πλαίσιο του σύγχρονου Φιλελευθερισμού, προϋποθέτει την ύπαρξη θεσμών, που του επιτρέπουν να λειτουργεί και ως Κοινωνικό Κράτος. Ήτοι ως Κράτος παρέμβασης στο κοινωνικό και οικονομικό γίγνεσθαι, όταν και όπου η παρέμβαση θεωρείται επιβεβλημένη. Οι θεσμοί αυτοί αφορούν κυρίως την χορήγηση παροχών προς κατηγορίες μελών του κοινωνικού συνόλου, προκειμένου να διασφαλίζονται οι υπό καθεστώς Δικαιοσύνης ομαλές συνθήκες κοινωνικής διαβίωσης και ν’ αποφεύγεται έτσι ο κίνδυνος ρήξης του κοινωνικού ιστού.


2. Τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου.


Κατά δεύτερο λόγο, από την θεσμικοπολιτική φυσιογνωμία του Κράτους Δικαίου καταδεικνύεται, όπως είναι προφανές, η ευθεία σύνδεσή του και με τα κάθε είδους δικαιώματα του Ανθρώπου. Ιδίως με την μορφή που τα δικαιώματα αυτά απέκτησαν την σύγχρονη νομική τους κατοχύρωση και οριοθέτηση, με αφετηρία το πλαίσιο της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη της 26ης Αυγούστου 1789, κατά την Γαλλική Επανάσταση.


α) Ήδη από το χρόνο εμφάνισης της ως άνω Διακήρυξης –και σύμφωνα με το περιεχόμενό της– προκύπτει ότι τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου συνδέονται αρρήκτως με την φύση του και τον προορισμό του. Κατά τούτο δε μπορεί να τα ερμηνεύσει κανείς ακόμη και ανεξάρτητα από κάθε μορφή εξουσίας, πολιτική ή οικονομική. Για το λόγο αυτόν το Κράτος, ως μορφή πολιτικής εξουσίας, υπάρχει προκειμένου να εγγυάται την πλήρη αναγνώριση και ακώλυτη άσκηση των δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Κατά συνέπεια, η κρατική εξουσία τότε μόνο νομιμοποιείται επαρκώς, όταν παρέχει θεσμικώς τις εγγυήσεις αυτές. Και, αντιθέτως, χάνει την έναντι του κοινωνικού συνόλου νομιμοποίησή της όταν:


α1) Είτε παραβλέπει τα δικαιώματα αυτά.


α2) Είτε εξαπλώνεται, κατά τρόπο βλαπτικό για τα ως άνω δικαιώματα, σε δραστηριότητες παρέμβασης στο κοινωνικό και οικονομικό γίγνεσθαι, οι οποίες δεν έχουν σχέση με την εγγύηση αναγνώρισης και άσκησής τους.


β) Από πλευράς περιεχομένου, η σύγχρονη αντίληψη τόσο του Φιλελευθερισμού όσο και του Κράτους Δικαίου έχει επιφέρει ουσιώδεις μεταβολές στο περιεχόμενο των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Με πιο αξιοσημείωτη εκείνη που αφορά τα κοινωνικά δικαιώματα και, συνακόλουθα, το Κοινωνικό Κράτος.


β1) Στον παραδοσιακό κατάλογο των πολιτικών δικαιωμάτων και των ατομικών ελευθεριών, που αφορούν αντιστοίχως το status activus και το status negativus του δικαιούχου τους, έχουν πλέον προστεθεί τα κοινωνικά δικαιώματα, τα οποία ανάγονται στο status positivus του δικαιούχου τους. Τα κοινωνικά αυτά δικαιώματα δεν αφορούν την άσκηση και τον έλεγχο της πολιτικής εξουσίας, ούτε απλώς εγγυώνται την άμυνα του δικαιούχου τους απέναντι στην κρατική εξουσία. Το περιεχόμενό τους είναι, αντιθέτως, θετικό, με την έννοια ότι επιτρέπει, μέσ’ από την άσκησή τους, να ζητηθεί από τα αρμόδια κρατικά όργανα η παροχή προς τον δικαιούχο τους συγκεκριμένου αγαθού ή συγκεκριμένης υπηρεσίας. Βεβαίως «αχίλλειος πτέρνα» των κοινωνικών δικαιωμάτων, και μάλιστα όχι μόνο στο πλαίσιο της Ελληνικής Έννομης Τάξης, παραμένει η μη ολοκλήρωση του καθεστώτος πραγματικής άσκησής τους, ιδίως μέσω της δικαστικής οδού. Τούτο οφείλεται κυρίως στην έλλειψη, κατά μεγάλο τουλάχιστον μέρος, δημιουργίας αγώγιμης αξίωσης από την άσκησή τους.


β2) Τα κοινωνικά δικαιώματα συνδέονται, όπως είναι φανερό, αναπόσπαστα με τον κρατικό παρεμβατισμό. Είναι λοιπόν αυτονόητο ότι στο πλαίσιο του Κράτους Δικαίου, η πρόβλεψή τους αλλά και η άσκησή τους δικαιολογείται όταν και όπου είναι επιτρεπτή η εμφάνιση του κρατικού παρεμβατισμού. Τούτο συμβαίνει όταν η κρατική εξουσία επεμβαίνει διορθωτικώς, προκειμένου να διαμορφώσει ή ν’ αποκαταστήσει τις συνθήκες διαβίωσης των μελών του κοινωνικού συνόλου, υπό καθεστώς προσωπικής ασφάλειας και Δικαιοσύνης.


Β. Φιλελευθερισμός και κρατικός παρεμβατισμός.


Όπως ευχερώς συνάγεται από την ανάλυση που προηγήθηκε –αλλά και όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια με βάση τις επιμέρους διατάξεις του Συντάγματος που κατοχυρώνουν θεσμικώς τον ριζοσπαστικό Φιλελευθερισμό με κοινωνικό πρόσωπο– ο παρεμβατισμός στο πλαίσιο του τελευταίου συνιστά βεβαίως εξαίρεση. Πλην όμως, υπό προϋποθέσεις φυσικά, ο κατά τ’ ανωτέρω παρεμβατισμός όχι μόνον επιτρέπεται ως απολύτως συμβατός με το όλο πνεύμα του Φιλελευθερισμού. Αλλά και –κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες άσκησης της συνταγματικώς επιβεβλημένης κοινωνικής πολιτικής– επιβάλλεται, κυρίως στο πλαίσιο της σύνδεσής του με τις αρχές και επιταγές του Κοινωνικού Κράτους.


1. Ο κανόνας.


Με δεδομένο το γεγονός ότι ο Φιλελευθερισμός βασίζεται στο Κράτος Δικαίου, που εγγυάται την άσκηση των δικαιωμάτων του Ανθρώπου –και κατά προτεραιότητα των δικαιωμάτων, μέσω των οποίων το υποκείμενό τους επιβεβαιώνει την αξία του και αναπτύσσει ελευθέρως την προσωπικότητά του– είναι προφανές πως το πεδίο του κοινωνικού και οικονομικού γίγνεσθαι ανήκει, προνομιακώς, στον φορέα άσκησης των κάθε είδους δικαιωμάτων.


α) Άρα η κρατική παρέμβαση συνιστά την εξαίρεση. Αυτό ακριβώς υποδηλώνει, με θεσμικούς όρους, όχι μόνο το νομικό πλαίσιο του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος, που εγγυάται την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας. Αλλά και, ιδίως, η σύνδεσή του π.χ. με τις –υποδεέστερης βεβαίως τυπικής ισχύος– διατάξεις του άρθρου 361 ΑΚ, οι οποίοι καθιερώνουν την ελευθερία των συμβάσεων.


β) Δηλαδή την αρχή ότι, κατά γενικό κανόνα, στο ευρύτερο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου -άρα στο πεδίο όπου διαμορφώνεται προνομιακώς το κοινωνικό και οικονομικό γίγνεσθαι- η μονομερής δράση, ήτοι η δράση άμεσης ή και έμμεσης μονομερούς επέμβασης στην βούληση του άλλου, συνιστά οριακή εξαίρεση. Ενώ ο κανόνας είναι ο συμβατικός δεσμός. Ήτοι η δικαιοπραξία, η οποία προκύπτει ύστερα από την σύμπτωση βουλήσεων δια της αμοιβαίας οριοθέτησης των αντίστοιχων πεδίων άσκησης των αντιτιθέμενων δικαιωμάτων.


2. Η εξαίρεση.


E contrario -αλλά και συνακόλουθα- ο κρατικός παρεμβατισμός στο πλαίσιο του Φιλελευθερισμού ναι μεν συνιστά την εξαίρεση. Πλην όμως η εξαίρεση αυτή αποκτά, όταν οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες το επιβάλλουν, ρυθμιστικό ρόλο προς τη κατεύθυνση αυτής ταύτης της υπεράσπισης του Φιλελευθερισμού.


α) Και τούτο συμβαίνει όταν τα in concreto οικονομικά δεδομένα εξελίσσονται με στρεβλό τρόπο, ο οποίος οδηγεί στην αδυναμία εφαρμογής των βασικών κανόνων λειτουργίας του όλου καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος. Τότε ο κρατικός παρεμβατισμός εμφανίζεται ως οργανωμένη και προγραμματισμένη μέθοδος όχι βεβαίως αντικατάστασης του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος. Αλλά, όλως αντιθέτως, ως μέθοδος αποκατάστασης των θεμελιωδών χαρακτηριστικών του, ώστε μετά την έξοδο από την οικονομική κρίση να είναι πλέον και πάλι εφικτή η ομαλή λειτουργία των κανόνων της Οικονομίας της Αγοράς. Αυτή η οιονεί συνύπαρξη του όλου καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος με τον κρατικό παρεμβατισμό αναδεικνύεται ευκρινώς μέσ’ από το θεωρητικό έργο του John Maynard Keynes («The General Theory of Employment, Interest and Money», 1936, ελλ. έκδ. «Η γενική θεωρία της απασχόλησης του τόκου και του χρήματος», «Παπαζήσης», 2001). Και μάλιστα τόσο κατά την πορεία αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης μετά το κραχ του 1929. Όσο και, ιδίως, στο πλαίσιο της προσπάθειας ανόρθωσης του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος μέσ’ από τα ερείπια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου.


β) Ως προς τις επιμέρους εκφάνσεις του κρατικού παρεμβατισμού είναι δυνατό -όχι όμως χωρίς κάποια δόση αυθαίρετης γενίκευσης- να επιχειρηθεί η ακόλουθη διάκριση: Ο -εν είδει πάντα «βοηθού εκπληρώσεως» στο πλαίσιο της επιχείρησης επανόδου σε συνθήκες ομαλότητας της Οικονομίας της Αγοράς μετά από περιόδους βαθειάς κρίσης- κρατικός παρεμβατισμός κατατείνει, συνήθως:


β1) Είτε στην παρέμβαση του Κράτους, προκειμένου ν’ αντιμετωπίσει τον κίνδυνο οικονομικής κατάρρευσης με μεθόδους που επιδιώκουν την αποκατάσταση του καθεστώτος πλήρους απασχόλησης, ιδίως μέσ’ από την άσκηση συγκεκριμένων πολιτικών προώθησης της ενεργού ζήτησης.


β2) Είτε στην θωράκιση των δομών του, lato sensu, Κοινωνικού Κράτους. Και μάλιστα κατά τρόπο ώστε η λειτουργία των δομών αυτών να είναι σε θέση ν’ αντιμετωπίσει τον κίνδυνο κοινωνικής εξαθλίωσης. Επέκεινα δε τον κίνδυνο κοινωνικής έκρηξης, η οποία συνιστά αιτία πραγματικής κατάλυσης του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος.


γ) Τα δραματικά δεδομένα της σύγχρονης βαθιάς οικονομικής κρίσης -όπως τα επιδεινώνουν οι άκρως αρνητικές επιπτώσεις της πανδημίας του Covid-19- επιβεβαιώνουν πλήρως τις προαναφερόμενες θέσεις του Keynes, σχετικά με τα όρια και την «δύναμη πυρός» του κρατικού παρεμβατισμού για την αποκατάσταση του συστήματος λειτουργίας των κανόνων του «γνήσιου» καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος. Με άλλες λέξεις, υπό το φως των δραματικών αυτών δεδομένων επανέρχονται στην επικαιρότητα και δικαιώνονται οι θέσεις του Keynes, σύμφωνα με τις οποίες σε περιόδους τέτοιας μορφής οικονομικών κρίσεων η κατάρρευση αντιμετωπίζεται μόνο δια της άσκησης κατάλληλης ενεργού κρατικής πολιτικής, μέσω της οργάνωσης αντίστοιχου μηχανισμού κατ’ εξοχήν ενεργού ζήτησης. Πριν απ’ όλα σήμερα, περισσότερο παρά ποτέ, αποδεικνύεται η ορθότητα των θέσεων του Keynes ως προς την επιστημονική κουφότητα των ακραίων νεοφιλελεύθερων «δογμάτων» περί «αυτόματης κατάστασης ισορροπίας» σ’ επίπεδο πλήρους απασχόλησης, με την μέθοδο της μείωσης επιτοκίων και μισθών. Και τούτο διότι η σύγχρονη πραγματικότητα τεκμηριώνει πως:


γ1) Εν πάση περιπτώσει, το επιτόκιο δεν είναι δυνατό να πέσει κάτω από ένα minimum επίπεδο χωρίς να ενεργοποιηθεί η παγίδα ρευστότητας. Ιδίως όμως αποτελεί πια κοινό τόπο στην Οικονομία, ότι η υπό συνθήκες ύφεσης μείωση του επιτοκίου ασκεί, κατά κανόνα, αμελητέα επιρροή στο μέγεθος των επενδύσεων. Δεδομένου ότι η ύφεση -και μάλιστα η βαθειά ύφεση- από την ίδια την φύση της εξουθενώνει το επενδυτικό κλίμα, κάνοντάς το ανελαστικό ακόμη και ως προς το επιτόκιο.


γ2) Η μείωση των μισθών οδηγεί, αναποδράστως, και σε αντίστοιχη ή και μεγαλύτερη μείωση της ζήτησης αγαθών και υπηρεσιών, λόγω περιορισμού της ρευστότητας στην αγορά. Τούτο, περαιτέρω, συνεπάγεται συρρίκνωση της απασχόλησης. Άρα, μοιραίως, αύξηση της ανεργίας. Και αυτό το «σπιράλ» επιταχύνεται όσο η ύφεση ακολουθεί την ανιούσα.


δ) Κατά συνέπεια, κάθε εμμονή στις ακραίες νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις περί «αυτόματης» επανόδου στην κατάσταση ισορροπίας της πλήρους απασχόλησης είναι, κυριολεκτικώς, ουτοπική. Μόνο μέσ’ από τους -δοκιμασμένους άλλωστε σ’ αντίστοιχες οικονομικές κρίσεις- διαύλους της λελογισμένης διορθωτικής κρατικής παρέμβασης είναι εφικτή η αναχαίτιση της ύφεσης. Και μια τέτοια κρατική παρέμβαση σημαίνει, πρωτίστως και με βασικό εργαλείο την δημόσια δαπάνη, διαμόρφωση της κατάλληλης ενεργού κρατικής πολιτικής και στον τομέα των επενδύσεων αλλά και στον τομέα της ζήτησης. Με άλλες λέξεις σημαίνει την εκ μέρους του Κράτους αφενός οργάνωση του κατάλληλου πλέγματος δημόσιων επενδύσεων. Και, αφετέρου, τόνωση της καταναλωτικής δύναμης των ιδιωτών. Συνεπώς, και κατ’ επέκταση, τόνωση της ιδιωτικής δαπάνης προς την κατεύθυνση:


δ1) Της γενναίας αύξησης του προγράμματος δημόσιων επενδύσεων. Χωρίς το οποίο είναι αυτονόητο ότι δεν μπορεί να δημιουργηθεί εκείνο το αναπτυξιακό επενδυτικό κλίμα, που είναι σε θέση να προκαλέσει την σταθερή επανεκκίνηση της Οικονομίας.


δ2) Της αξιοποίησης, με τις αναγκαίες φυσικά διευκολύνσεις για την ραγδαία αύξηση της απορροφητικότητάς του, του ΕΣΠΑ -και, σήμερα, του λόγω της πανδημίας του Covid-19 δημιουργηθέντος Ταμείου Ανάκαμψης- κυρίως ως προς τις συνιστώσες του εκείνες, που αφορούν τόσο την κινητροδότηση των ιδιωτικών επενδύσεων. Όσο και την ενίσχυση της ρευστότητας στην Αγορά μέσ’ από την, άμεση ή έμμεση, τόνωση της κατανάλωσης και στήριξη των επιχειρήσεων. Πρωτίστως δε των μικρομεσαίων.


3. Την θέση για την αναγκαιότητα του κρατικού παρεμβατισμού, τουλάχιστον στις οριακές περιπτώσεις όπου η «αυτορρύθμιση» της Οικονομίας αδυνατεί προφανώς να θωρακίσει την ομαλή λειτουργία της και, επέκεινα, την κοινωνική συνοχή, έρχεται να επιβεβαιώσει η τρέχουσα, δεινή, κρίση του Κοινωνικού Κράτους, λόγω της πανδημίας του Covid-19. Ειδικότερα:


α) Το πεδίο, εντός του οποίου το σύνδρομο του Επιμηθέα έχει εμφανισθεί σε μέγιστο βαθμό στην Ευρώπη –για τις ΗΠΑ ούτε λόγος, αφού ουδέποτε, μετά το «διάλειμμα» της περιόδου Ρούσβελτ και την «ένδον» υπονομευμένη ημιτελή προσπάθεια της περιόδου Ομπάμα, θεσμοθετήθηκε έστω και στοιχειώδες Κοινωνικό Κράτος– κατά την περίοδο της πανδημίας του Covid-19 είναι, αναμφιβόλως, εκείνο του Κοινωνικού Κράτους.


α1) Η έκπληξη αλλά και η ανασφάλεια των Ευρωπαίων πολιτών, όταν βρέθηκαν μπροστά στο «τσουνάμι» της πανδημίας που «έστηνε στον τοίχο» –φυσικά μεταφορικώς– ιδίως το «λυμφατικό» κρατικής αρμοδιότητας σύστημα Υγείας στα Κράτη-Μέλη, ήταν απόλυτη, παρότι αδικαιολόγητη. Τι, άραγε, μπορούσε να περιμένει κανείς από ένα Κοινωνικό Κράτος και ένα Σύστημα Υγείας, το οποίο στα Ευρωπαϊκά Κράτη θύμιζε παροπλισμένο καράβι που έχει χάσει, προ πολλού, κάθε αξιοπιστία «πλοϊμότητας»; Η πραγματικότητα ήταν και είναι –ακόμη και τώρα, παρά την τεράστια προσπάθεια των τελευταίων μηνών– αμείλικτη. Απλή παρατήρηση της διαδρομής των κατά καιρούς κοινωνικών και οικονομικών πολιτικών στην Ευρώπη αποδεικνύει, χωρίς πειστικό αντίλογο, ότι μετά την επώδυνη εμπειρία του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου αρχίσαμε να «χτίζουμε», με μεγάλη έφεση και άλλη τόση φιλοδοξία, το Κοινωνικό Κράτος. Το «αποθεώσαμε», σε σημείο ώστε να το καταστήσουμε κορωνίδα τόσο της Δημοκρατίας μας, μέσ΄ από το θεσμικοπολιτικό οικοδόμημα του Κοινωνικού Κράτους, όσο και του Πολιτισμού μας. Και το εμφανίσαμε ως απτή απόδειξη του Ανθρωποκεντρικού του χαρακτήρα, κατ΄ επέκταση δε ως οργανωμένη εφαρμογή στην πράξη των θεμελιωδών ανθρωποκεντρικών αρχών της Αλληλεγγύης και της Δικαιοσύνης, κυρίως δε της Κοινωνικής Δικαιοσύνης.


α2) Και ξαφνικά, με «αρνητικό ορόσημο» το τέλος της δεκαετίας του ΄80 του περασμένου αιώνα, το αφήσαμε να φθίνει σταδιακώς, ίδιο παραδοσιακό αρχοντικό παρωχημένο πια για να μας στεγάσει και «πολυέξοδο» για την συντήρησή του. Οι πολιτικές αποφάσεις αυτής της εγκατάλειψης ήταν συνειδητές, μέσα από τα νέα κελεύσματα ενός ακραίου νεοφιλελευθερισμού –που ουδεμία σχέση έχει με τον αυθεντικό Φιλελευθερισμό, ούτε καν με την δημοκρατικώς ορθολογική και μετριοπαθή νεοφιλελεύθερη πτυχή του– στον αστερισμό της αχαλίνωτης Οικονομικής Παγκοσμιοποίησης. Αχαλίνωτης, όχι μόνο λόγω της έκτασης της ισχύος της ως προς την χάραξη της πορείας της Παγκόσμιας Οικονομίας αλλά και –κατεξοχήν δε μάλιστα– λόγω της καταλυτικής επιρροής της ως προς την λήψη αποφάσεων αμιγώς πολιτικού περιεχομένου, ιδίως όπου τέτοιες αποφάσεις βαίνουν, έστω και καθ΄ υποφοράν, αντίθετα προς το «δόγμα» της «αυτορυθμιζόμενης» Οικονομίας της Αγοράς. Επομένως, αχαλίνωτης διότι τείνει, οιονεί εκ φύσεως, να περιθωριοποιήσει και κάθε φορέα λήψης πολιτικών αποφάσεων που διαθέτει δημοκρατική νομιμοποίηση, όταν διαισθάνεται ότι το «δόγμα» της οικονομικής «αυτορρύθμισης» αμφισβητείται και, κατ΄ αυτόν τον τρόπο, «απειλείται» ως προς την «αυθεντία» του.


β) Το πώς φθάσαμε σε αυτή την μεγάλη ανατροπή, από την «άνοδο» ως την απότομη «πτώση» του Κοινωνικού Κράτους, φαίνεται κάπως περίπλοκο να εξηγηθεί, πλην όμως δεν είναι, τουλάχιστον ως προς την βασική του αιτία. Απλώς, η περίπτωση λύσης αυτού του «αινίγματος» δείχνει, για μιαν ακόμη φορά, ότι σε πολιτικό επίπεδο, κατά κανόνα, όταν προσπαθούμε ν΄ αναλύσουμε την εξέλιξη μιας πραγματικότητας που δεν την είχαμε διαβλέψει, «χανόμαστε» στις λεπτομέρειες και «προσπερνάμε» την ουσία.


β1) Αυτό συμβαίνει και με την «πτώση» του Κοινωνικού Κράτους: Όσο υπήρχε η ΕΣΣΔ –επομένως όσο υπήρχε ο φόβος της σύγκρισης μ΄ εκείνη και τους «δορυφόρους» της, ως προς την κοινωνική ευαισθησία και την διεύρυνση των οικονομικών ανισοτήτων– η Δύση, και πρώτη η Ευρωπαϊκή Ένωση, στήριζαν αναφανδόν το οικοδόμημα του Κοινωνικού Κράτους και την θεσμική θωράκιση αλλά και την αποτελεσματική άσκηση των κοινωνικών δικαιωμάτων. Πολλές φορές μάλιστα αναδείκνυαν, όχι δίχως κάποια έπαρση, την υπεροχή αυτού του Κοινωνικού Κράτους έναντι εκείνου του κομμουνιστικού συστήματος διακυβέρνησης, ιδίως από το σημείο όπου η ΕΣΣΔ –και όσα κράτη εφάρμοζαν το ίδιο πολιτικό σύστημα– άρχισε ν’ αντιμετωπίζει, μέσα στην δίνη το ανταγωνισμού στο πλαίσιο της διευρυνόμενης Οικονομικής Παγκοσμιοποίησης, μεγάλα οικονομικά προβλήματα και ανάλογη αδυναμία στήριξης των παραδοσιακών της κοινωνικών δομών.


β2) Μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, ήτοι μετά το 1990, η Δύση, και πρωτίστως η Ευρωπαϊκή Ένωση, έζησε την ψευδαίσθηση του «τέλους των Ιδεολογιών», μέσ΄ από την αντίστοιχη, παρακολουθηματική, ψευδαίσθηση της πλήρους επικράτησης, σε παγκόσμιο επίπεδο, του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος υπό συνθήκες δημοκρατικής διακυβέρνησης, στην βάση του προτύπου της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Και, μάλιστα, υπό την επήρεια του προμνημονευόμενου, ακραίως νεοφιλελεύθερου, «δόγματος» της «αυτορρύθμισης» της Οικονομίας της Αγοράς και της γενικευμένης απομείωσης του κρατικού παρεμβατισμού. Όπως ήταν αναμενόμενο, ως προς τις επιπτώσεις αυτών των ψευδαισθήσεων, η έμφαση δόθηκε πλέον –σχεδόν αποκλειστικώς– προς την κατεύθυνση της ανάπτυξης, στον «αστερισμό» των ως άνω ακραίων νεοφιλελεύθερων και ανορθολογικών αντιλήψεων.


ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ