Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011

Μητρόπουλος: "Τα εθνικά ζητήματα στη δίνη της κρίσης"

Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος ειδήμονας του Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου και γνώστης της διπλωματικής ιστορίας, για να αντιληφθεί ότι ο περίφημος διάλογος με την Τουρκία, το περιεχόμενο του οποίου κρατείται ως επτασφράγιστο μυστικό, όχι μόνο δεν οδηγεί πουθενά, αλλά έχει ενθαρρύνει τη γείτονα χώρα σε όλο και «τολμηρότερες» διεκδικήσεις και αξιώσεις για ανατροπή του status quo. Στη μεθοδικά εξελισσόμενη «στρατηγική βάθους» του κ. Νταβούτογλου αντιτάσσουμε χαμόγελα, φωτογραφίες και αόριστες διαβεβαιώσεις για την υπεράσπιση των εθνικών μας θέσεων, χωρίς όμως να εμφανίζονται «διαλεκτικές» προσεγγίσεις της Τουρκίας σ’ αυτές, έτσι που κάθε καλόπιστος παρατηρητής να διερωτάται πού οδηγεί αυτός ο διάλογος, πλην μιας ευκολότερης επιχειρηματικής δραστηριότητας;

Τελευταίο αποτέλεσμα αυτού του διαρκούς διαλόγου της... χαρωπής διπλωματίας είναι οι θέσεις της Τουρκίας για το Καστελόριζο, που διακηρύχθηκαν χωρίς αναστολές στο... άφωνο ελληνικό ακροατήριο: Ότι, δηλαδή, το Καστελόριζο δεν ανήκει στο Αιγαίο, αλλά στη Μεσόγειο, ότι «η Τουρκία έχει βάσιμες νομικές και πολιτικές θέσεις, σε συμφωνία με το Διεθνές Δίκαιο και τη Νομολογία των Διεθνών Δικαστηρίων, συμπεριλαμβανομένης της Χάγης» και, επομένως, εξαιρείται από ένα ενδεχόμενο «πακέτο» για το Αιγαίο. Με δεδομένη την κρισιμότητα του νησιού αυτού στη χάραξη της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) και της υφαλοκρηπίδας, ενόψει των θρυλούμενων αποθεμάτων φυσικού αερίου και πετρελαίου, μία νέα ρωγμή διανοίγεται στη μέχρι πρότινος «εθνική γραμμή», ανεξαρτήτως αν η ελληνική κυβέρνηση έχει άλλη θέση. Το ότι μέσα στο πνεύμα των «αγαστών» σχέσεων και της «καλής γειτονίας» εκφέρονται τέτοιες φράσεις ενώπιον ελληνικού ακροατηρίου, πολύ δε περισσότερο συναθροίζονται συγκριτικά οι τουρκικές παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου με τις πτήσεις των ελληνικών αεροσκαφών προς αναχαίτιση των παραβιαζόντων το FIR Αθηνών τουρκικών, καταδεικνύει ότι ο διάλογος αυτός, ως μόνο μέχρις στιγμής αποτέλεσμα, έχει παραγάγει την... αποθράσυνση των τουρκικών αξιώσεων.


Το casus belli
Αν το δικαίωμα από το Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο της επέκτασης των χωρικών μας υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια συγκρίνεται και ισοσταθμίζεται με την εχθρική και αυθαίρετη κίνηση του casus belli, ώστε η ταυτόχρονη «παραίτηση» από τα δύο αυτά ανόμοια μεγέθη να αποτελέσει τη βάση –κατά την Τουρκία– της «ειρηνικής διαβίω σης», τότε ο περίφημος «διάλογος» μετατρέπεται σε σταδιακή νομιμοποίηση των αξιώσεων της Τουρκίας και σε απίσχνανση των δικαιωμάτων της πατρίδας.
Ως εκ τούτου, κάθε επόμενου σταδίου διαλόγου προέχει η αξίωση από το ΝΑΤΟ να άρει την απαγόρευση υπερπτήσεων και της προσέγγισης πέραν των 6 ναυτικών μιλίων του Αιγαίου από τα ελληνικά αεροπλάνα, που έχει επιβάλει από ετών. Η άρση αυτής της Οδηγίας θα αποκαταστήσει την ετοιμότητα του ελληνικού κράτους για επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια οποτεδήποτε το θελήσει και θα απαγορεύσει στην Τουρκία να συγκρίνει νόμιμα δικαιώματα με εχθρικές παραβιάσεις.
Εξίσου σοβαρό –αν όχι πιο επικίνδυνο– είναι το παιχνίδι που παίζεται με απαράμιλλη μεθοδικότητα και στο θέμα των θρησκευτικών μειονοτήτων. Ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας απροκάλυπτα δήλωσε στη συνέντευξή του στην Καθημερινή της 6ης Μαρτίου 2011, αναφερόμενος στο «στρατηγικό βάθος», που ως νέο δόγμα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής έχει επεξεργαστεί σε σχετικό του βιβλίο, και τα εξής: «...Πρόκειται για μια προσπάθεια να παρουσιαστεί το στρατηγικό όραμα και ο ρόλος που πρέπει να επιδιώξει η Τουρκία, κηρύσσοντας μια νέα προσέγγιση, που ονομάζεται “στρατηγικό βάθος”, με γνώμονα την ενσωμάτωση περιοχών γειτονικών με την Τουρκία, εφόσον όλοι οι λαοί που ζουν στην ευρεία αυτή περιοχή έχουν κοινά πεπρωμένα, βασισμένα στη μακρά κοινή τους ιστορία...».
Δεν απαιτείται εξειδικευμένη γνώση της ελληνικής γλώσσας για να κατανοήσει κανείς τι εννοεί ο Τούρκος υπουργός των Εξωτερικών με τη φράση «ενσωμάτωση περιοχών γειτονικών με την Τουρκία»... Γι’ αυτό, άλλωστε, πολλές φορές αξίωσε –και, εντέλει, πέτυχε– να οριοθετήσει τους στόχους και τα οράματα του νεοοθωμανικού δόγματος που πρεσβεύει, οργανώνοντας με κάθε ουσιαστική και συμβολική λεπτομέρεια την περιοδεία του στη Θράκη, όπου, με λόγια, έργα και διευκολύνσεις εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης, ακυρώνει τις κύριες ρυθμίσεις της Συνθήκης της Λωζάννης και αφυδατώνει τους νομικούς χαρακτηρισμούς που αυτή καθιέρωσε.


Συσχετισμός δυνάμεων
Έτσι, με την αλλαγή των δεσμευτικών ορισμών και των εννοιών των ρυθμίσεων του Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου, που αφορούν στις σχέσεις των δύο χωρών, σιγά σιγά ο συσχετισμός των δυνάμεων διαταράσσεται υπέρ της Τουρκίας. Σε λίγο χρονικό διάστημα, αν εξακολουθήσει ο διάλογος αυτός να παραγάγει παρόμοια αποτελέσματα, τότε είναι πολύ πιθανό να ζητηθούν αδιανόητες σήμερα παραχωρήσεις, όπως είχαν εδώ και μερικά χρόνια φανεί εντελώς εξωφρενικά αυτά που σήμερα λέγει στο γελαστό ελληνικό ακροατήριο ο επικεφαλής της τουρκικής διπλωματίας.
Πολλοί έμπειροι διπλωμάτες και ενεργοί δημοσιολόγοι ισχυρίστηκαν ότι σε περιόδους οικονομικής κρίσης και αδιεξόδου, πολύ δε περισσότερο όταν η χώρα έχει μπει για αόριστο χρονικό διάστημα –παρά τα αντιθέτως λεγόμενα– υπό την εποπτεία των δανειστών, χάνοντας την ουσιαστική της εθνική κυριαρχία, είναι πολύ βλαπτικό για τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά της να εντατικοποιείται ένας διάλογος που μόνο αξιώσεις του μέρους που διεκδικεί νομιμοποιεί. Ο θουκυδίδειος αυτός ισχυρισμός επαληθεύεται καθημερινά, με δεδομένο ότι η Ελλάδα έχει απωλέσει την οικονομική της αυτονομία και καλείται από τους δανειστές να πωλήσει κρίσιμα στοιχεία διαχρονικού εθνικού πλούτου για να ξεπληρώσει μέρος του χρέους.
Επομένως, η όποια διαπραγματευτική ικανότητα έναντι της Τουρκίας –η οποία απέρρεε από τη συμμετοχή στο σκληρό πυρήνα της ΕΕ, απ’ όπου ορμώμενη η χώρα μπορούσε, θεωρητικά τουλάχιστον, να θέτει αξιώσεις συμμόρφωσης της Τουρκίας προς το Διεθνές Δίκαιο και τους κανόνες της καλής γειτονίας, ώστε να εισέλθει κάποτε στην ΕΕ–, έχει παντελώς αποδυναμωθεί. Η ίδια η Τουρκία, άλλωστε, θεωρεί την ευρωπαϊ κή προοπτική ένα απλώς από τα ενδεχόμενα της μελλοντικής της πορείας, που δεν συναρτάται σώνει και καλά με τη γεωστρατηγική της ενδυνάμωση. Γι’ αυτό και η τουρκική κυβέρνηση μιλά προς την ΕΕ ως ίσος προς ίσο, πολλές φορές, μάλιστα, επιπλήττει τους ηγέτες της γι’ αυτά που κατά καιρούς λέγουν.
Για να παύσει, ως εκ τούτου, η προφανής αυτή σταδιακή μετάπτωση σε ολοένα και χειρότερη θέση άμυνας, πρέπει να επιδείξουμε την ανάλογη σοβαρότητα και να εκφράσουμε –σε ορισμένες περιπτώσεις– ακόμη και την οργή μας για τις αμετροεπείς αυτές και προκλητικές δηλώσεις. Ήδη, στο ψυχολογικό - ιδεολογικό πεδίο, η Τουρκία έχει «το πάνω χέρι». Είναι καιρός να αντιληφθούμε ότι, σε περιόδους κρίσης και ένδειας, δεν παίζουμε «εν ου παικτοίς».


epikaira