Κυριακή, 30 Αυγούστου 2009

Αιρέσεις, αόρατος εχθρός του Ελληνισμού

Στις 17 Απριλίου, στο πλημμελειοδικείο της Γκρενόμπλ, ξεκίνησε η δίκη του γαλλοελβετού διευθυντή ορχήστρας Μισέλ Ταμπασνίκ, του μοναδικού κατηγορούμενου από την αίρεση του Ναού του Ηλιου, εβδομήντα ένα μέλη της οποίας βρήκαν το θάνατο, με τέσσερις «ομαδικές αυτοκτονίες», από το 1994 ως το 1997.
Η εκδίκαση της υπόθεσης αυτής στρέφει και πάλι την προσοχή στον αστερισμό εκείνων των ομάδων διαφορετικού χαρακτήρα, που παρουσιάζονται ως μειοψηφικές «θρησκείες», αλλά των οποίων οι δραστηριότητες, που συχνά έχουν εμφανώς εμπορικό χαρακτήρα, καταδικάζονται συστηματικά από τα δικαστήρια.
Στο όνομα της υπεράσπισης της θρησκευτικής ελευθερίας, η Ουάσιγκτον επιδιώκει να επιτύχει την ατιμωρησία τους.Αυτή η ανοχή, απέναντι σε δίκτυα τα οποία γεννήθηκαν μέσα σε ένα χωνευτήρι όπου συγκλίνουν η «νέα δεξιά» και ο «νεοσυντηρητισμός», και όλα στο όνομα του αντικομμουνισμού, επιδιώκει να επιβάλει στις συνειδήσεις τον ακραίο φιλελευθερισμό και την ιδεολογία της ανισότητας που υποτίθεται ότι αποτελούν θεμέλια της κοινωνίας.
Στην Ευρώπη, εδώ και δέκα χρόνια, το ζήτημα των αιρέσεων πέρασε από το στάδιο του «ανησυχητικού κοινωνικού φαινομένου» στο στάδιο του «μείζονος προβλήματος δημόσιας ασφάλειας». Οι σφαγές που προκάλεσε το Τάγμα του Ναού του Ηλιου, το 1994 και το 1995, η επίθεση της αίρεσης Αούμ, με αέριο σαρίν, στον υπόγειο σιδηρόδρομο του Τόκιο, το Μάρτιο του 1995, η ομαδική αυτοκτονία μελών της αίρεσης Πύλη του Παραδείσου (Heaven's Gate) στο Λος Αντζελες, το 1999, ήταν γεγονότα που επιτάχυναν αυτή τη συνειδητοποίηση.
Ετσι, η Γαλλία, το Βέλγιο, η Ισπανία και η Γερμανία ενίσχυσαν το κατασταλτικό οπλοστάσιό τους. Επρόκειτο για μια επιλογή των νομοθετών η οποία, κατά κανόνα, ακολουθούσε κοινοβουλευτικές εκθέσεις, σχετικά με την επικινδυνότητα ορισμένων ομάδων και τις καταναγκαστικές μεθόδους αποξένωσης που επιβάλλονται στους οπαδούς των ομάδων αυτών.
Η Γαλλία και η Γερμανία βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της κατασταλτικής αυτής τάσης.Σχεδόν σε όλη την Ευρώπη εμφανίστηκαν οργανισμοί που ανέλαβαν να ερευνήσουν το φαινόμενο. Στη Γαλλία, μια σειρά νόμων που ψηφίστηκαν το 1996 ενίσχυσαν, μεταξύ άλλων, την προστασία των ατόμων που βρίσκονται σε κατάσταση αδυναμίας. Η κυβέρνηση του Λιονέλ Ζοσπέν συγκρότησε Διυπουργική Αποστολή Αγώνα κατά των Αιρέσεων (Mission interministerielle de lutte contre les sectes - MILS), με πρόεδρο τον Αλέν Βιβιέν. Στη Γερμανία, κύριος στόχος ήταν η
Σαϊεντολογία. Από το 1997, μετά από έρευνα των υπηρεσιών της αστυνομίας, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση προειδοποιούσε τον πληθυσμό για τους κινδύνους από αυτή την αίρεση, ενώ η κυβέρνηση του κρατιδίου της Βαυαρίας αποφάσιζε να αποκλείσει τους οπαδούς της από θέσεις στο δημόσιο τομέα.Απέναντι σε αυτή τη σκλήρυνση της στάσης της Ευρώπης, όλοι οι παρατηρητές του φαινομένου ανέμεναν μια αντεπίθεση των πολυεθνικών αιρέσεων, ορισμένες από τις οποίες, μόνο στη Γαλλία, κατέχουν περιουσίες που ανέρχονται σε πολλές εκατοντάδες εκατομμύρια γαλλικά φράγκα.
Η αντεπίθεση ήρθε από τις Ηνωμένες Πολιτείες (1). Στις 27 Ιανουαρίου 1997, τα μέτρα που έπλητταν τη Σαϊεντολογία στη Γερμανία καταδικάστηκαν, επίσημα, από την Ουάσινγκτον.Μερικές ημέρες αργότερα, το Γραφείο για τη Δημοκρατία, τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και την Εργασία (Bureau for Democracy, Human Rights and Labor, BDHRL) (2), μια διεύθυνση του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών, έδωσε στη δημοσιότητα την έκθεσή του για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον κόσμο. Στην έκθεση αυτή, η Γερμανία δεχόταν σκληρή επίθεση και τοποθετούνταν αμέσως μετά την Κίνα στον κατάλογο των κρατών που παραβιάζουν τις θρησκευτικές ελευθερίες!
Η έκθεση ερχόταν την κατάλληλη στιγμή για να στηρίξει την εκστρατεία που είχε ξεκινήσει η
Σαϊεντολογία κατά της Γερμανίας, με διαδηλώσεις, διαφημιστικές καταχωρήσεις στο διεθνή τύπο και με προσφυγή στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.Για να «πέσουν οι τόνοι», το Μάρτιο του 1997, το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών έκανε γνωστό σε ανακοίνωσή του: «Ασκήσαμε κριτική στους Γερμανούς, δεν έχουμε, όμως, σχέση με την εκστρατεία της Σαϊεντολογίας κατά της Γερμανίας...». Ηταν το ελάχιστο που μπορούσαν να περιμένουν οι γερμανικές ομοσπονδιακές αρχές.
Το 1998, όταν το αμερικανικό κογκρέσο ψηφίζει ένα νέο νόμο για τη θρησκευτική ελευθερία στον κόσμο, στους κόλπους του Γραφείου για τη Δημοκρατία, τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και την Εργασία του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών δημιουργείται μια νέα διεύθυνση, το Γραφείο για τη Διεθνή Θρησκευτική Ελευθερία (Office of International Religious Freedom).Ο νόμος, με τον οποίο συγκροτείται το τμήμα τοποθετεί, επικεφαλής του έναν πληρεξούσιο πρεσβευτή στον οποίο υπάγονται πέντε αξιωματούχοι του υπουργείου Εξωτερικών. Το γραφείο διαθέτει εκπρόσωπο σε κάθε αμερικανική πρεσβεία.
Οσον αφορά τις μαρτυρίες που έχουν συλλέξει αυτές οι επιτροπές, και εκεί παραμένουν πολλά ερωτηματικά. Ο άνθρωπος στον οποίο ο ΟΑΣΕ ανέθεσε το συντονισμό των συζητήσεων στη Βιέννη, το Μάρτιο του 1999, δεν είναι άλλος από το Μάσιμο Ιντροβίνιε, ιταλό κοινωνιολόγο, ιδρυτή του Κέντρου Μελέτης και Τεκμηρίωσης των Νέων Θρησκειών (
Censur), ενός ιδρύματος με σκληρές καθολικές αντιλήψεις και στενές σχέσεις με τη νεοφασιστική οργάνωση «Εργασία, Οικογένεια, Ιδιοκτησία».
Τακτικός συνεργάτης των εκδόσεων της Σαϊεντολογίας, ήταν ένας από τους υποστηρικτές της αίρεσης που κατέθεσαν στο δικαστήριο της Λιόν για την υπόθεση, της οποίας την ανάκριση είχε διεξαγάγει ο δικαστής Ζορζ Φενές.
Αλλος προσκεκλημένος στη Βιέννη και, έπειτα, στην Ουάσιγκτον, ήταν ο γάλλος δικηγόρος Αλέν Γκαρέ, επικεφαλής της νομικής υπεράσπισης των
Μαρτύρων του Ιεχωβά αλλά και υπεύθυνος για τις φορολογικές υποθέσεις τους. Και αυτός φιλοξενείται συχνά στις εκδόσεις της Σαϊεντολογίας. Αλλος άνθρωπος-κλειδί, ο Βίλι Φοτρέ, πρόεδρος της ένωσης «Ανθρώπινο Δικαίωμα Χωρίς Σύνορα», με έδρα το Βέλγιο, το όνομα της οποίας δεν θα πρέπει να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είναι αναγνωρισμένη από τη Διεθνή Ομοσπονδία για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα.Ο Φοτρέ υπήρξε, για πολύ καιρό, ανταποκριτής του δικτύου News Network International, ενός σημαντικού αμερικανικού δημοσιογραφικού συγκροτήματος και λόμπι των Ευαγγελιστών, αντίθετο στις αμβλώσεις και φανατικά αντικομμουνιστικό.
Ο Φοτρέ είναι, επίσης, μέλος της «Ομοσπονδίας του Ελσίνκι για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα» (FHDH) στις εκθέσεις της οποίας παρέπεμπαν, με κάθε ευκαιρία, οι αμερικανικές επιτροπές. Προκύπτει, επίσης, ότι ο εκπρόσωπος της «Ομοσπονδίας του Ελσίνκι για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα» στην Ελλάδα συμμετείχε σε εκδόσεις της Σαϊεντολογίας και άλλων αιρέσεων, καθώς και ότι η αντιπροσωπεία της Μόσχας δημοσίευσε ένα βιβλίο, σε συνεργασία με τη Σαϊεντολογία.Τέλος, στους βασικούς μάρτυρες, όσον αφορά τις παραβιάσεις της θρησκευτικής ελευθερίας τις οποίες ενορχηστρώνει η γαλλική κυβέρνηση, συγκαταλέγεται ο πάστορας Λουΐ Ντεμεό, του Θεολογικού Ινστιτούτου της Νιμ.

Το Ινστιτούτο αυτό ανήκει στους Ευαγγελιστές της Greater Grace, που έχει έδρα τη Βαλτιμόρη (Μέριλαντ) των Ηνωμένων Πολιτειών. Η Greater Grace αριθμεί περισσότερες από 3.000 αποστολές στη Λατινική Αμερική, αρκετές εκατοντάδες στην Αφρική, καθώς και στην Ανατολική Ευρώπη, ενώ η σχολή όπου καταρτίζονται τα στελέχη της για τις αποστολές στην Ανατολική Ευρώπη είναι το Θεολογικό Ινστιτούτο της Νιμ. Η Greater Grace, της οποίας οι μέθοδοι έχουν αμφισβητηθεί έντονα, ακόμη και στις Ηνωμένες Πολιτείες, μπορεί να οριστεί ως «συνοδοιπόρος» της Σαϊεντολογίας.
Η Στέισι Μπρουκς, πρόεδρος της ιδρύματος Λάιζα Μακφέρσον (Lisa McPherson Trust) (10), της σημαντικότερης αμερικανικής οργάνωσης βοήθειας προς τα θύματα της Σαϊεντολογίας, υπήρξε και η ίδια οπαδός της για δεκαπέντε χρόνια. Ηταν, επίσης, η γραμματέας του Ντέιβιντ Μισκέιβιτζ, κληρονόμου του Ρον Χάνμπαρντ και σημερινού «γκουρού» της Σαϊεντολογίας. Θυμάται πολύ καθαρά τον αιδεσιμότατο Τζορτζ Ρόμπερτσον ο οποίος διευθύνει την Greater Grace:«Η σχέση του με τους ηγέτες της Σαϊεντολογίας είναι στενή. Οταν, σε ορισμένες περιπτώσεις, η αίρεση δεν μπορεί να επέμβει, για λόγους δημόσιας εικόνας, ζητάει από τον Ρόμπερτσον να το πράξει. Είναι ο βασικός τους σύνδεσμος στο κίνημα των Ευαγγελιστών...». Κάτω από την ηγεσία του και μέσω της δικαστικής οδού, η Greater Grace και η Σαϊεντολογία κατόρθωσαν να οδηγήσουν σε χρεοκοπία τη σημαντικότερη οργάνωση βοήθειας προς τα θύματα των αιρέσεων, η οποία είχε ιδρυθεί κατά τη δεκαετία του '70, την οργάνωση Cult Awareness Network...Για να την αγοράσουν, τελικά, με τη σύμφωνη γνώμη ενός αμερικανικού δικαστηρίου εμπορικών διαφορών! (11) Ενα άλλο γεγονός εξηγεί την επιρροπή της Σαϊεντολογίας και των οπαδών της στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Από το 1993, η πανίσχυρη Διεύθυνση Φορολογίας Εισοδήματος (IRS) των Ηνωμένων Πολιτειών παραχώρησε στην αίρεση το καθεστώς κανονικής θρησκείας, απαλλάσσοντάς την, έτσι, από τη φορολογία.Κατά τη διάρκεια των εικοσιπέντε χρόνων που προηγήθηκαν, η Διεύθυνση Φορολογίας Εισοδήματος είχε συστηματικά αρνηθεί στην αίρεση τις φορολογικές απαλλαγές τις οποίες απολαμβάνουν τα θρησκευτικά ιδρύματα. Αρνήσεις, που είχαν επικυρωθεί από όλα τα αμερικανικά δικαστήρια και, κυρίως, από το Ανώτατο Δικαστήριο.Αυτή η μεταστροφή της Διεύθυνσης Φορολογίας Εισοδήματος επέτρεψε στην Εκκλησία της Σαϊεντολογίας να εξοικονομήσει εκατομμύρια δολάρια και την εξόπλισε με ένα πανίσχυρο εργαλείο δημοσίων σχέσεων, ανοίγοντάς της τις πόρτες της αμερικανικής κυβέρνησης.Ολόκληρη η ιστορία αυτής της μεταστροφής αποκαλύφθηκε, τέσσερα χρόνια αργότερα, από την εφημερίδα New York Times.Η Σαϊεντολογία διεξήγαγε έναν πραγματικό πόλεμο κατά της εφορίας. Φυσικά, μέσω της δικαστικής οδού: κίνησε τη νομική δικασία περισσότερες από 50 φορές. Ταυτόχρονα, όμως, προσέλαβε ιδιωτικούς αστυνομικούς για να ερευνήσουν την ιδιωτική ζωή ανώτατων αξιωματούχων της Διεύθυνσης Φορολογίας Εισοδήματος.

Ενας από αυτούς τους ιδιωτικούς αστυνομικούς εξηγούσε, το Μάρτιο του 1997, στους New York Times, ότι είχε εργαστεί για λογαρισμό της Σαϊεντολογίας επί δεκαοκτώ μήνες, μεταξύ 1990 και 1992. Από το γραφείο του, στο Μέριλαντ, είχε συλλέξει πληροφορίες για αξιωματούχους που απουσίαζαν από τις υπηρεσιακές συνεδριάσεις, έπιναν πολύ ή είχαν εξωσυζυγικές σχέσεις...Η έγκριση του αιτήματος της Σαϊεντολογίας, για απαλλαγή από τη φορολογία, δόθηκε μέσω μιας αντικανονικής διαδικασίας η οποία βραχυκύκλωσε τα συνηθισμένα κέντρα λήψης αποφάσεων, έπειτα από ρητή απαίτηση του επικεφαλής της Διεύθυνσης Φορολογίας Εισοδήματος.
Στα 300 εκατομμύρια δολάρια κέρδη που αποκομίζει κάθε χρόνο η Σαϊεντολογία, στις τεχνικές διείσδυσης και εκφοβισμού που χρησιμοποιεί, στην αναγνώρισή της από την αμερικανική Διεύθυνση Φορολογίας Εισοδήματος, προστίθενται και άλλες παράμετροι που της έχουν επιτρέψει να εξαπλώσει την επιρροή της μέχρι τα υψηλότερα κλιμάκα του αμερικανικού κράτους.

Ο Στίβεν Α. Κεντ, ερευνητής του τμήματος κοινωνιολογίας του πανεπιστημίου της Αλμπέρτα, στον Καναδά, μελέτησε εξονυχιστικά τη στρατηγική επιρροής (lobbying) διαφόρων θρησκευτικών ομάδων και αιρέσεων, στην Ουάσιγκτον. (12) Εξήγησε με ποιο τρόπο οι σαϊεντολόγοι και, πριν από αυτούς, οι οπαδοί της αίρεσης Μουν, διεξήγαγαν πολύ σημαντικές εκστρατείες δημοσίων σχέσεων προς τα μέλη της Βουλής, της Γερουσίας και τουΛευκού Οίκου. Για το σκοπό αυτό, η Σαϊεντολογία κατέβαλε 725.000 δολάρια (περίπου 250 εκατ. δρχ.), το 1997, και 420.000 δολάρια (περίπου 150 εκατ. δρχ.), το 1998, σε εταιρεία δημοσίων σχέσεων που ειδικεύεται στην άσκηση πολιτικής επιρροής (lobbying).Ηθοποιοί του κινηματογράφου οι οποίοι είναι μέλη της Σαϊεντολογίας, έδωσαν περισσότερα από 70.000 δολάρια (περίπου 25 εκατ. δρχ.), υπέρ της εκστρατείας της Χίλαρι Κλίντον για την εκλογή της στην αμερικανική Γερουσία, ενώ ο Τομ Κρουζ έδωσε, προσωπικά, 5.000 δολάρια υπέρ της προεκλογικής εκστρατείας του Αλμπερτ Γκορ και ο Τζον Τραβόλτα διοργάνωσε, μαζί με άλλους σαϊεντολόγους, δεξίωση υπέρ του Δημοκρατικού Κόμματος (τιμή εισόδου: 25.000 δολάρια - περίπου 9 εκατ. δρχ.Ενας δικηγόρος της Σαϊεντολογίας έδωσε 20.000 δολάρια για την προεκλογική εκστρατεία του ίδιου κόμματος. Και ένα τελευταίο παράδειγμα, καθώς ο κατάλογος είναι μακρύς, ένας από τους σημαντικότερους ηγέτες της Σαϊεντολογίας, ο Γκρεγκ Γιένσεν, πρόσφερε στην προεκλογική εκστρατεία του γερουσιαστή Μπέντζαμιν Α. Γκίλμαν το ποσό των 7.400 δολαρίων. (13) Ο γερουσιαστής αυτός, μετά την εκλογή του, τοποθετήθηκε στη θέση του προέδρου της Επιτροπής Θρησκευτικής Ελευθερίας του ΟΑΣΕ.Η αίρεση Μουν, από την πλευρά της, η οποία έχει στην ιδιοκτησία της μια από τις μεγαλύτερες καθημερινές εφημερίδες στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Washington Time, φιλοξενεί στις στήλες της -αν και πρόκειται για πολύ συντηρητική εφημερίδα- τη Χίλαρι Κλίντον η οποία, κάθε εβδομάδα, γράφει ένα χιουμοριστικό κείμενο. Αναρίθμητοι είναι, πλέον, οι γερουσιαστές και τα μέλη της Βουλής που «επιδοτούνται από τον Μουν.
Ας υπενθυμίσουμε, μόνο, ότι δύο πρόεδροι των Ηνωμένων Πολιτειών τιμούσαν τακτικά με την παρουσία τους τις συγκεντρώσεις που διοργάνωνε ο αιδεσιμότατος Σουν Μιουνγκ Μουν: ο Τζορτζ Μπους (ο πρεσβύτερος) και ο Τζέραλντ Φορντ. Οπως όλα δείχνουν, η Σαϊεντολογία και η αίρεση Μουν γρήγορα κατέληξαν σε συμφωνία. Από τα μέσα της δεκαετίας του '90, προχωρούν, από κοινού, στις ενέγειές τους για τη θρησκευτική ελευθερία, τόσο στην Ευρώπη, όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Παγκοσμιοποίηση
Πρόκειται για μια μυστικιστική-αυτοκρατορική αντίληψη την οποία υιοθετούν όλες οι ακραίες δογματικές και ευαγγελικές ομάδες στις Ηνωμένες Πολιτείες και η οποία είναι έντονα παρούσα στο μυαλό όσων δηλώνουν υπερασπιστές των θρησκευτικών ελευθεριών. Ετσι, ο Τζον Ρ. Μπόλτον, μέλος της Επιτροπής των Ηνωμένων Πολιτειών για τη Θρησκευτική Ελευθερία, είχε διατελέσει αντιπρόεδρος του «Αμερικανικού Επιχειρηματικού Ινστιτούτου για την Πολιτική Ερευνα» (American Enterprise Institute for Policy Research), μια μαχητική οργάνωση του ακραίου φιλελευθερισμού.Στην κυβέρνηση του Τζορτζ Μπους (του πρεσβύτερου), ο Μπόλτον ήταν ένας από τους βασικούς συμβούλους της προεδρίας για θέματα διεθνούς εμπορίου. Η Νίνα Σι, της ίδιας επιτροπής, διαβεβαιώνει: «Ο πρωταρχικός στόχος μας είναι να επιβάλουμε στον κόσμο τη νέα φιλελεύθερη τάξη...».Αυτός ο μηχανισμός κυριαρχίας ο οποίος προσδιορίστηκε, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του '80, από την κυβέρνηση Ρέιγκαν και για τον οποίο θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι αμφίδρομος, έφτασε στο αποκορύφωμά του με βασικό διακύβευμα την οικουμενικοποίηση των νομικών κανόνων. Αυτή η τελευταία μάχη θα ολοκλήρωνε την επέκταση της παγκόσμιας αγοράς. Στο πλαίσιο αυτό, όμως, ενεργοποιούνται πολλές αντιστάσεις. Μεταξύ άλλων -και με πρωτοβουλία της Γαλλίας-, και σε ό,τι αφορά την τεράστια αγορά της εκπαίδευσης. Οι αιρέσεις και οι επιχειρηματικοί όμιλοι επικοινωνίας έχουν έναν κοινό εχθρό στη στρατηγική τους: πρόκειται για μια ιδεολογία ιδιαίτερα εξαπλωμένη στην Ευρώπη, την ιδεολογία της λαϊκότητας, ή του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους, της οποίας η Γαλλία αποτελεί ιστορικά το λίκνο. Αυτός ο κοσμικός χαρακτήρας του γαλλικού κράτους δέχεται άμεση επίθεση, με αφορμή την πολιτική του για καταστολή των αιρετικών κινήσεων.
Για τις αιρέσεις, το ενδιαφέρον για την έκβαση αυτής της μάχης είναι προφανές: θέλουν να ριζώσουν στον τομέα της εκπαίδευσης, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, και να διαθέτουν, όπως στις Ηνωμένες Πολιτείες, σχολεία χωρίς κανένα έλεγχο από το κράτος. Αυτό εξασφαλίζει μια πιο πλατιά και πιο στέρεη στρατολόγηση μελών, αφού μια τέτοια στρατολόγηση θα είναι ενσωματωμένη στην πολιτιστική και ψυχολογική διαμόρφωση των ατόμων.Αν και δεν μπορεί να γίνει λόγος για κοινό μέτωπο το οποίο κινείται με βάση μια κοινή στρατηγική, που αποφασίζεται από κάποιο ενοποιημένο επιτελείο, η αλληλοδιείσδυση μεταξύ μεγάλων αιρέσεων και επιχειρηματικών ομίλων της επικοινωνίας, είτε πρόκειται για φορείς -όπως η βιομηχανία της πληροφορικής-, είτε για παραγωγούς προϊόντων επικοινωνίας -όπως η βιομηχανία του κινηματογράφου-, είναι αποδεδειγμένη. Κανείς δεν χρειάζεται να υπενθυμίσει, σε αυτό το σημείο, τους δεσμούς που ενώνουν το ABC, το CNN και τα όμοιά τους με τα αμερικανικά ακραία θρησκευτικά λόμπι και, πολύ περισσότερο, την απόλυτη προσχώρησή τους στην κυρίαρχη ιδεολογία.