Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2009

Ποιοί είναι αυτοί που σαμποτάρουν την Ελλάδα και δεν δουλεύει ο κρατικός μηχανισμός;

Το καλοκαίρι του 2004, λίγο πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες, ο τότε αρχηγός του Πυροσβεστικού Σώματος κ. Χρήστος Σμέτης επισκέφθηκε τον υπουργό Δημόσιας Τάξης, κ. Γιώργο Βουλγαράκη, με ένα παλαιό αίτημα: Να αποκτήσει η Πυροσβεστική την Αεροπορία της. Ο κ. Βουλγαράκης, ως καλός πολιτικός προϊστάμενος, προώθησε το σχετικό νομοσχέδιο τον Αύγουστο του 2004 και στο Αρχηγείο του Π.Σ. άρχισαν να σχεδιάζουν ακόμη και σχολές πιλότων. Ο κ. Σμέτης, όπως και οι προκάτοχοί του, γνώριζαν τις αντικειμενικές δυσκολίες, τις οποίες οι αρμόδιοι της Πολεμικής Αεροπορίας (Π.Α.) δεν ξεχνούσαν να υπενθυμίζουν. Δηλαδή, την παλαιότητα του στόλου, το υψηλό κόστος συντήρησης και την αναντικατάστατη εμπειρία των πιλότων της Π.Α. Οι πυρκαγιές της τελευταίας εβδομάδας θάβουν τις φιλοδοξίες αυτές της Πυροσβεστικής οριστικά. Τα εναέρια μέσα θα μείνουν στον φυσικό χώρο τους, την Πολεμική Αεροπορία. Ωστόσο, η επόμενη ημέρα δεν είναι εύκολη. Με εκπεφρασμένη την ανάγκη απόσυρσης ή αντικατάστασης των 46 από τα 54 αεροσκάφη του στόλου πυρόσβεσης, πρέπει να αντληθούν από τον προϋπολογισμό τεράστια ποσά για να καλυφθούν -έστω εν μέρει- οι ανάγκες του επόμενου θέρους.

Απαρχαιωμένα
Το δράμα των προμηθειών πυροσβεστικών αεροσκαφών ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2002. Ακόμη και τότε τα παλαιά Canadair (CL-215) εθεωρούντο απαρχαιωμένα. Εν τω μεταξύ, μόλις είχε πραγματοποιηθεί η παραλαβή εννέα καινούργιων Canadair (CL-415), καθένα εκ των οποίων είχε αγοραστεί έναντι περίπου 23,5 εκατομμυρίων ευρώ. Σ' εκείνη την προμήθεια οφείλεται η διάσωση όποιων δασικών εκτάσεων έχουν έκτοτε εκτεθεί σε πυρκαγιές. Τότε, η Διοίκηση Αεροπορικής Υποστήριξης (ΔΑΥ) της Π.Α. ζήτησε, με επιτελική μελέτη, να πωληθούν τα 14 (σήμερα έχουν μείνει 13) CL-215, προκειμένου τα χρήματα να χρησιμοποιηθούν για την αγορά καινούργιων CL-415.
Μάλιστα, οι επιτελείς της ΔΑΥ υπολόγιζαν το κόστος πώλησης κάθε παλαιού Canadair στα 1,2 εκατομμύρια δολάρια. Εφθασαν, μάλιστα, ώς το σημείο να ζητήσουν από την προμηθεύτρια καναδική εταιρεία ολοκληρωμένες προτάσεις προκειμένου να προχωρήσει η προμήθεια. Ενα χρόνο αργότερα, τον Αύγουστο του 2003, το ΓΕΑ επανήλθε ζητώντας εκ νέου την «απόσυρση των αεροσκαφών CL-215 και την αντικατάστασή τους με σύγχρονα πυροσβεστικά αεροσκάφη». Στο σχετικό έγγραφο του ΓΕΑ τονίζεται η ανάγκη τα νέα αεροσκάφη να είναι «πιο αποτελεσματικά και χαμηλότερου κόστους συντήρησης από τα προς αντικατάσταση CL-215». Αξιωματικοί της Π.Α. επισημαίνουν ότι η πτήση ενός παλαιού Canadair έχει τριπλάσιο κόστος ανά ώρα από ένα καινούργιο (9.700 ευρώ έναντι 3.800 ευρώ). Τελικά, ελέω Ολυμπιακών Αγώνων, δεν έγινε κάτι. Ο ίδιος ο κ. Σμέτης, τον Απρίλιο του 2005, όχι απλώς υιοθέτησε τις έως τότε απαιτήσεις των επιτελών της Π.Α. αλλά ζήτησε την απόσυρση και την σταδιακή αντικατάσταση του 80% του στόλου. Συγκεκριμένα, ζητούσε την απόσυρση τριών από τους τέσσερις τύπους πυροσβεστικών (CL-215, Pezetel, Grummann). Το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου, η ΔΑΥ εκπόνησε νέα επιτελική μελέτη με την οποία επανέλαβε το αίτημα για αντικατάσταση των παλαιών Canadair. Υπολόγιζαν μάλιστα τότε οι επιτελείς ότι εφόσον αποφασιζόταν η απόσυρση των πρώτων έξι παλαιών Canadair, η αντικατάστασή τους με καινούργια θα είχε ολοκληρωθεί έως το 2011. Ωστόσο, ούτε το 2005 κρίθηκε απαραίτητη η προμήθεια νέων αεροπλάνων, παρά το γεγονός ότι την ίδια περίοδο αποφασιζόταν σημαντική εξοπλιστική δαπάνη για την αγορά μαχητικών αεροσκαφών F-16 (περίπου 1,5 δισ. ευρώ). Το κόστος, φυσικά, για την αγορά εναέριων πυροσβεστικών μέσων είναι πολύ χαμηλότερο.
Στη συνέχεια, η κατάσταση μπερδεύτηκε περισσότερο. Τον Φεβρουάριο του 2006, στην αναδιοργάνωση των αρμοδιοτήτων της Γενικής Διεύθυνσης Αμυντικών Εξοπλισμών, ψηφίστηκε νομοσχέδιο με το οποίο η προμήθεια κάθε ειρηνικού μέσου άσχετου με τη διεξαγωγή πολέμου θα παραχωρηθεί στα αρμόδια σώματα. Ετσι, μαζί με το C4-I, στις αρμοδιότητες του υπουργείου Δημοσίας Τάξης πέρασαν και τα πυροσβεστικά αεροπλάνα. Οι απαιτήσεις παρέμειναν οι ίδιες. Τον Αύγουστο του 2007, μάλιστα, εν μέσω καταστροφικών πυρκαγιών, η Πυροσβεστική εκπόνησε μακροσκελή μελέτη με την οποία προτείνει να αγοραστούν: «Δύο έως τέσσερα αεροσκάφη τύπου Be -200 Beriev. Εννέα αεροσκάφη CL-415 τα οποία θα ανεβάσουν τον συνολικό αριθμό αυτού του τύπου σε 18 και θα αντικαταστήσουν το σύνολο των αεροσκαφών CL-215».
Στη μελέτη τους οι επιτελείς της Πυροσβεστικής, λαμβάνοντας υπόψη τις προτάσεις των προμηθευτών, υπολογίζουν ότι για την αγορά των δύο ρωσικών Beriev θα απαιτηθούν 50 - 60 εκατομμύρια ευρώ, για τα εννέα CL-415, 180 εκατομμύρια ευρώ και για 26 αεροσκάφη «μεσαίας κατηγορίας» (τα οποία θα αντικαθιστούσαν τα Pezetel, 65 - 70 εκατομμύρια. Στις τιμές, μάλιστα, δεν συνυπολογιζόταν το όφελος από την πώληση των παλαιών CL-215, την οποία ζητούσαν οι επιτελείς της Πολεμικής Αεροπορίας ήδη από το 2002.
Ενα από τα στοιχήματα που έθεσε στον εαυτό της η Ν.Δ. το 2004 ήταν η επανίδρυση του κράτους. Μία από τις προτάσεις που υπήρχαν τότε, και επαναφέρουν σήμερα κυβερνητικές πηγές, ήταν να υπαχθούν τμήματα των Ενόπλων Δυνάμεων σε έναν ενιαίο φορέα Πολιτικής Προστασίας, αντί να παραμένουν κλεισμένα στα στρατόπεδα, άχρηστα προς την κοινωνία.

Στα αζήτητα τα επιχειρησιακά κέντρα
Σε αχρηστία βρίσκονται τα τέσσερα κινητά επιχειρησιακά κέντρα που προμηθεύτηκε η Πυροσβεστική εν όψει των Ολυμπιακών Αγώνων. Παρότι διαθέτουν εξοπλισμό τελευταίας τεχνολογίας που εξασφαλίζει τη δυνατότητα καλύτερου συντονισμού των δυνάμεων στον τόπο του συμβάντος, χρήση κινητού επιχειρησιακού κέντρου καταγράφεται σε μόλις... μία επιχείρηση κατάσβεσης πυρκαγιάς, στο εργοστάσιο πετροχημικών ΧΥΜΑ Α.Ε. στο Λαύριο τον Αύγουστο του 2006. Οπως εξηγούν στην «Κ» αξιωματικοί της Πυροσβεστικής, τα εν λόγω οχήματα έχουν τη δυνατότητα να συνδέονται και να λαμβάνουν εικόνα από δορυφόρο, να προσδιορίζουν με ακρίβεια γεωγραφικά και άλλα δεδομένα και να προβλέπουν την εξέλιξη της φωτιάς. Για τη λειτουργία τους έχουν πραγματοποιηθεί εκπαιδευτικά σεμινάρια στο προσωπικό της Πυροσβεστικής και έχουν υπογραφεί συμβάσεις με ειδικό επιστημονικό προσωπικό. Παρ' όλα αυτά, η ενεργοποίησή τους δεν κρίθηκε σκόπιμη ούτε στην πυρκαγιά της Πάρνηθας, ούτε σε αυτές της Πελοποννήσου τον Αύγουστο του 2007, ούτε φυσικά στην πρόσφατη καταστροφή στην Ανατολική Αττική. Το 2008 υπήρξαν εισηγήσεις να ενεργοποιηθούν στην επιχείρηση κατάσβεσης της μεγάλης δασικής πυρκαγιάς της Ρόδου δίχως ανταπόκριση. «Για να χρησιμοποιηθούν θα πρέπει η ηγεσία του Σώματος να πιστέψει στις δυνατότητές τους και να μην τα αντιμετωπίζει ως μια περιττή πολυτέλεια», λέει για το θέμα ο απόστρατος υποστράτηγος του Πυροσβεστικού Σώματος, κ. Νίκος Διαμαντής.

Εκτός λειτουργίας το αυτόματο πυροσβεστικό σύστημα στον Σχινιά
Με τον πανάκριβο πυροσβεστικό εξοπλισμό του εκτός λειτουργίας βρέθηκε την περασμένη Κυριακή το Εθνικό Πάρκο του Σχινιά αντιμέτωπο με τις φλόγες που πλησίαζαν απειλητικά. Ευτυχώς τελικά δεν έφθασαν. Η εγκατάλειψη του αυτόματου πυροσβεστικού συστήματος του Πάρκου, για το οποίο ξοδεύτηκαν 3.000.000 ευρώ, αποτελεί ένα ακόμα από τα παράδοξα της ελληνικής διοίκησης. Το κεντρικά ελεγχόμενο σύστημα πυρόσβεσης τοποθετήθηκε παραμονές των Ολυμπιακών Αγώνων, το 2003, και δοκιμάστηκε με επιτυχία. Αποτελείται από 25 μεταλλικούς πύργους, πάνω στους οποίους υπάρχουν κανόνια εκτόξευσης νερού, με δυνατότητα περιστροφής. Το σύστημα μπορεί να τεθεί σε λειτουργία (συνολικά ή κατά τμήματα) από το κέντρο ελέγχου, που βρίσκεται εντός του παρακείμενου Ολυμπιακού Κωπηλατοδρομίου.


http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_274_30/08/2009_327482