Κυριακή, 26 Ιουλίου 2009

Εθνική στρατηγική και ισχυρή αμυντική θωράκιση

Του ΙΩΑΝΝΗ ΧΡ. ΙΑΚΩΒΙΔΗ
Διδάκτορος Παντείου Πανεπιστημίου

Με σχετικά άρθρα, δημοσιευόμενα συχνά στην εφημερίδα σας, επισημαίνεται η διαρκώς κλιμακούμενη επιθετικότητα της Άγκυρας, η οποία αποσκοπεί αφενός σε λύση συνομοσπονδίας στο Κυπριακό με ανάξιες λόγου υποχωρήσεις της και αφετέρου στη συνδιαχείριση του Αιγαίου.
Αν επιχειρηθεί αναδρομή στην τουρκική εξωτερική πολιτική μετά το 1922, θα διαπιστωθούν η έλλειψη μακροχρόνιου σχεδιασμού και η συνεχής δική μας υποχωρητικότητα. Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς…την επιστράτευση των «20 ηλικιών» (1941-1942) των Κωνσταντινουπολιτών, ενώ η Ελλάδα στέναζε υπό τη γερμανική Κατοχή (1941-1944), τον «Φόρο Περιουσίας» (Varlik), που τους επιβλήθηκε το 1943, τα Σεπτεμβριανά (1955) και τις απελάσεις (1964) ή τις ποικίλες φάσεις του Κυπριακού με αποκορύφωμα την τουρκική εισβολή του 1974, την κρίση των Υμίων (1996) και στις μέρες μας την άρνηση της Τουρκίας να συνεργαστεί με την Ελλάδα για το θέμα της λαθρομετανάστευσης;

Το υπουργείο Εξωτερικών της Τουρκίας εκμεταλλεύεται πάντοτε τη δική μας ολιγωρία.
Κατά πρώτον, αξιοποιεί τα ενδεχόμενα πολιτικής αστάθειας και ύπαρξης αδύναμης κυβέρνησης στην Ελλάδα για να δημιουργήσει τετελεσμένα γεγονότα. Ενδεικτικά αναφέρονται τρεις περιπτώσεις. Οι δύο παρατίθενται στο έργο του καθηγητή Θανάση Διαμαντόπουλου, «Η ελληνική πολιτική ζωή: Εικοστός αιώνας», Εκδ. Παπαζήση, 1997, σ.σ. 173-174 και 255-256.
Συγκεκριμένα, η Ελλάδα οδηγήθηκε στην κρίση του Κυπριακού και στα Σεπτεμβριανά του 1955 λόγω της ασθένειας του Στρατάρχη Παπάγου. Είχε, μάλιστα, γραφτεί από συντηρητική εφημερίδα της εποχής εκείνης: «Με πρωθυπουργόν κοιμώμενον οριζοντίως και αντιπροέδρους κοιμωμένους καθέτως, αυτή δεν είναι κυβέρνησις αλλά σταυρόλεξον».Η χούντα (1967-1974) κατάφερε να αποστρατιωτικοποιήσει τον στρατό με τις εκδηλωθείσες σε αυτόν διαιρέσεις ομάδων, ιδεολογικών τάσεων και ρευμάτων.
Έτσι, κατά την τουρκική εισβολή του 1974 το στράτευμα δεν λειτούργησε «ως αμυντικός μηχανισμός του έθνους, όταν υπήρξε ανάγκη». Το τρίτο παράδειγμα αντλείται από την «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», τόμος ΙΣΤ', Εκδοτική Αθηνών, σ.420. Πρόκειται για την ασθένεια του πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου το Φθινόπωρο του 1995, που οδήγησε τη χώρα σε πολιτική αστάθεια και επιδείνωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Μόλις ανέλαβε πρωθυπουργός ο Κώστας Σημίτης, οι Τούρκοι προκάλεσαν την κρίση των Υμίων.
Ο καθηγητής Χριστόδουλος Κ. Γιαλλουρίδης σε άρθρο του στην εφημερίδα σας με τίτλο «Η τραγωδία του '74: Η αθέατη πλευρά των επιπτώσεων», 19/7/2009, σ.15, αναφέρει ένα άλλο δεδομένο, που αξιοποιούν οι Τούρκοι. Αποτελεί διαπίστωση ότι η διεθνής κοινότητα μοιάζει σε μερικά σημεία με την ευρύτερη ανθρώπινη κοινωνία. Εάν σε αυτήν οιοσδήποτε από εμάς δεν διαθέτει αυτοσεβασμό και δεν τον απασχολεί η εικόνα του έναντι των υπολοίπων, τότε δεν θα χαίρει εκτίμησης και από τους συνανθρώπους του.
Κατ' αυτόν τον τρόπο σκέφτονται οι Τούρκοι ιθύνοντες για κάποιους συναδέλφους τους στην Ελλάδα. Σήμερα βιώνουμε την αδιέξοδη πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων από το 1996. Η κυπριακή τραγωδία, στα ερείπια της οποίας οικοδομήθηκε η σύγχρονη Ελληνική Δημοκρατία, δεν φαίνεται να έχει διδάξει ορισμένους αναφορικά με τις επιδιώξεις της Τουρκίας σε βάρος της χώρας μας. Οι Τούρκοι δεν αντιμετωπίζονται με ευχολόγια αλλά με τη χάραξη μακροχρόνιας εθνικής στρατηγικής και ισχυρής αμυντικής θωράκισης.
Για να καταστεί, όμως, εφικτή η ανωτέρω επισήμανση πρέπει να μεταβληθεί ο τρόπος σκέψης μερίδας των πολιτικών μας, των οποίων -κατά τον Κωνσταντίνο Ι. Αγγελόπουλο στο έργο του «Οι Άρχοντες της παρακμής», εκδ. Εξάντας, 2008, σ.σ. 58, 59- «η μαλθακότητα και η πολιτική ανικανότητα κρύβονται πίσω από ένα ομοίωμα ρεαλισμού».


ΤΟ ΠΑΡΟΝ, 26/07/09