Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2009

"Σήμερα γεννηθήκαμε και σήμερα θα πεθάνουμε για τη σωτηρία της πατρίδος μας". Η μάχη στα Δερβενάκια 26 Ιουλίου 1822

Την άνοιξη του 1822 η Ελληνική Επανάσταση είχε εδραιωθεί στο νότιο Τμήμα της χώρας. Η Πελοπόννησος είχε εκκαθαριστεί από τους Τούρκους σχεδόν ολοκληρωτικά. Τα φρούριο της Πάτρας και του Ναυπλίου αποτελούσαν τις μόνες εστίες αντίστασης. Στη δυτική Στερεά Ελλάδα δεν είχε σημειωθεί καμία εχθρική κίνηση, ενώ στην ανατολική Στερεά οι επαναστάτες δεν είχαν καμία ενόχληση, με συνέπεια οι Αθηναίοι να καταφέρουν να κυριεύσουν την Ακρόπολη.
Εντούτοις η κατάσταση δεν ήταν τόσο θετική όσο φαινόταν. Οι ελληνικές δυνάμεις ήταν εξασθενημένες και το χειρότερο, επαναπαυμένες στις νωπές δάφνες τους από τις νίκες των προηγούμενων μηνών.
Την ίδια στιγμή, η διαμάχη της νεοσύστατης επαναστατικής κυβέρνησης με τους στρατιωτικούς αρχηγούς, είχε προκαλέσει προβλήματα στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και είχε στερήσει από την ανατολική Στερεά Ελλάδα τον ικανότερο και δημοφιλέστερο ηγέτη, Οδυσσέα Ανδρούτσο.
Ο σουλτάνος Μαχμούτ είχε στρέψει ολοκληρωτικά το ενδιαφέρον του προς την Ελλάδα. Ηδη, από τον Δεκέμβριο του 1821, ο ραδιούργος Μέττερνιχ είχε συμβουλεύσει την Πύλη να καταπνίξει την Ελληνική Επανάσταση πριν αυτή μεταβληθεί «σε σπουδαίο γεγονός» για τις ευρωπαϊκές Αυλές. Ο Αυστριακός διπλωμάτης γνώριζε τους κινδύνους που σήμαινε για ένα αυταρχικό καθεστώς μια χρόνια επαναστατική κατάσταση. Η συνεχής διόγκωση του φιλελληνικού κινήματος άλλωστε δημιουργούσε ευνοϊκή ατμόσφαιρα για την Επανάσταση, κάτι που ήταν βέβαιο ότι θα επηρέαζε και την πολιτική των περισσοτέρων ευρωπαϊκών δυνάμεων.
Ο σουλτάνος ανέθεσε στον Χουρσίτ πασά, τον νικητή του Αλή πασά των Ιωαννίνων, την ευθύνη κατάπνιξης της Ελληνικής Επανάστασης.
Έφυγε ο Χουρσίτ από την Ήπειρο για τη Λάρισα και άρχισε τις ετοιμασίες για την κάθοδο της μεγάλης στρατιάς του προς την Πελοπόννησο. Έπρεπε πια να τελειώνει μ’ αυτό το σαράκι που ροκάνιζε εδώ κι’ ένα χρόνο την τούρκικη αυτοκρατορία. Όμως ο σουλτάνος, είτε γιατί φοβήθηκε τη δύναμη που είχε αποκτήσει ο Χουρσίτ μετά τη νίκη του επί του Αλή Πασά, είτε γιατί τον συκοφάντησαν σ’ αυτόν οι αντίζηλοί του, ανάθεσε τη διοίκηση της καινούργιας εκστρατείας σ’ έναν άλλο πασά, τον Μαχμούτ, που τον έλεγαν και Δράμαλη, επειδή ήταν πασάς στη Δράμα.
Με τριάντα περίπου χιλιάδες στρατό και με άπειρα εφόδια, ο καινούργιος πασάς ξεκίνησε τη φιλόδοξη εκστρατεία του. Άφησε τη Θεσσαλία και πέρασε στη Στερεά χωρίς να συναντήσει καμιά αντίσταση. Δεν τον καρτέρεσαν τα παλικάρια της Ρούμελης. Γιατί;
Γιατί τα πράγματα στην Ελλάδα δεν πήγαιναν καθόλου καλά τον τελευταίο καιρό. Αντί η συγκρότηση της κυβέρνησης να ενώσει τους Έλληνες, τους διάλυσε. Είχαν αρχίσει οι διχόνοιες, οι έριδες και οι ζηλοφθονίες. Η κυβέρνηση είχε περιφρονήσει τους στρατιωτικούς, εκείνους που με το αίμα τους είχαν ξεκινήσει Κι’ είχαν στηρίξει την επανάσταση. Τους είχε παραγκωνίσει και στη θέση τους είχε βάλει άκαπνους και απόλεμους φίλους της. Συκοφαντούσε οπλαρχηγούς τιμημένους σαν τον Κολοκοτρώνη, τον Υψηλάντη και τον Ανδρούτσο. Τον τελευταίο μάλιστα, που ήταν οξύθυμος, ελεύθερος στα λόγια και απότομος στις πράξεις, τον εχθρευόταν ανοιχτά.
Να γιατί ο Δράμαλης δεν βρήκε καμιά αντίσταση στην Στερεά Ελλάδα.
Τα στενά της Μεγαρίδας τα κρατούσαν οι Έλληνες αλλά μπροστά στα μιλιούνια των Τούρκων τα παράτησαν και βιάστηκαν να καταφύγουν στην Πελοπόννησο. Έτσι ο Δράμαλης, χωρίς καμία αντίσταση, πέρασε στην Κόρινθο.
Περήφανος για την επιτυχία του, πανηγύρισε την εισβολή στην Πελοπόννησο με γενικό κανονιοβολισμό. Στις 5 Ιουλίου πέρασε τον Ισθμό και την επόμενη ημέρα εγκατέστησε το στρατόπεδό του στην Κόρινθο. Ήταν τόσο βέβαιος για τη νίκη του ώστε άρχισε να διανέμει τις διοικήσεις των «κατακτημένων» περιοχών στους μπέηδες.
-Και η κυβέρνηση;
Είχε την έδρα της στο Άργος η κυβέρνηση, που εκλέχτηκε από τη συνέλευση της Επιδαύρου, Κι’ όταν έμαθε ότι ο Δράμαλης μπήκε στην Κόρινθο, συγκέντρωσε βιαστικά, τα χρυσά και ασημένια τάματα των εκκλησιών που ο κόσμος είχε προσφέρει για τη βοήθεια της επανάστασης και μπήκε σε δυο καράβια, για να αισθάνεται ασφαλισμένη! Από κει άρχισε να στέλνει «διαγγέλματα» στους Έλληνες για να τους… ενθαρρύνει να πολεμήσουν το Δράμαλη.
Μα και στην κρίσιμη αυτή για το έθνος στιγμή, δεν ξεχνούσε να χύνει το δηλητήριό της εναντίον του μεγάλου κι’ επίφοβου αντιπάλου της, του Κολοκοτρώνη...
Είχε παραλύσει λοιπόν η Ελλάδα. Ποιος θα πολεμούσε, ποιος θα σταματούσε τον Δράμαλη; Ποιος θα είχε το θάρρος ν’ αντιμετωπίσει αυτή την πολυάριθμη στρατιά του;
Υπήρχε κάποιος. Κι’ αυτός ήταν ο Κολοκοτρώνης!
Ο Γέρος του Μωριά, η ψυχή της επανάστασης, παραμέρισε όλη του την πίκρα για το άδικο, για το παράλογο φέρσιμο των αντιπάλων του και αποφάσισε για μια ακόμα φορά να σταθεί ορθός και γρανιτένιος βράχος μπροστά στις ορδές των Τούρκων. Αυτός και οι μπαρουτοκαπνισμένοι οπλαρχηγοί του. Αυτοί που νίκησαν στο Βαλτέτσι και κυρίευσαν την Τρίπολη. Αυτός ο «γέρος» και ο λαός, οι απλοί και ανώνυμοι πολεμιστές του που τον λάτρευαν και του είχαν απεριόριστη εμπιστοσύνη.
Το πρωί της 8ης Ιουλίου 1822, τρεις άνδρες κτυπούσαν την πόρτα του οικήματος του Κολοκοτρώνη στην Τριπολιτσά. Ηταν ο Γεώργιος Βάρβογλης, ο Νικόλαος Τζανένος και ο Δημήτριος Καλαμαριώτης. Στα χέρια τ
ους κρατούσαν μια επιστολή από τη Γερουσία. Ταραγμένοι την έδωσαν στον Γέρο και εκείνος στον γραμματέα του για να τη διαβάσει.
«Η πατρίς» ανέφερε η επιστολή «κινδυνεύει τον έσχατον κίνδυνσν και από σε περιμένει την σωτηρίαν της. Άνδρες, γυναίκες, γέροντες, παιδιά, αδύνατα πλάσματα, σε μόνον επικαλούνται μετά Θεόν εις βοήθειάν των, και θα δώσεις λόγο εις τον Θεόν διά τον όλεθρον αυτών και της πατρίδος μας». Οι άνδρες της επιτροπής με αναφιλητά τον ικέτευσαν να σώσει την πατρίδα. Ο Κολοκοτρώνης βούρκωσε.
Την ίδια στιγμή ακούστηκαν καλπασμοί αλόγων. Οι αγγελιοφόροι που είχε στείλει στη Στερεά έφθασαν στο σπίτι του χλωμοί και κατάκοποι. «Ο Δράμαλης είναι στην Κόρινθο», του είπαν.
Από την Τρίπολη στέλνει αμέσως γράμματα σ’ όλους τους φίλους του, σ’ όλους τους οπλαρχηγούς, σε κάθε γωνιά του Μωριά. Τους διατάζει να επιστρατεύσουν κόσμο, να συγκεντρώσουν τρόφιμα και μπαρουτόβολα. Διατάζει την σωματοφυλακή του να ξεχυθεί στην Τριπολιτσά και να εκτελεί, με συνοπτικές διαδικασίες, όσους ήταν ικανοί να λάβουν μέρος στον πόλεμο και αρνούντο.
Το έθνος κινδυνεύει ν’ αφανιστεί και πρέπει όλοι να βοηθήσουν.
Ο ίδιος έτρεχε από σπίτι σε σπίτι για να ενθαρρύνει και τους τελευταίους διστακτικούς. Μίλησε επικαλούμενος κάθε συναίσθημα, τον φόβο, την αγάπη, την φιλοδοξία, τη πίστη. Έφθασε στο σημείο να μεταχειρισθεί ακόμα και προλήψεις, ώστε να πείσει τους δεισιδαίμονες χωρικούς.
Ξεκινάει με τους πιστούς του για το Άργος, ο Γέρος του Μωριά και στη διαδρομή του συναντάει την ηττοπάθεια και τον πανικό. Όλοι έχουν τρομοκρατηθεί από την κάθοδο του Δράμαλη, όλα έχουν διαλύσει και ο κόσμος παίρνει πάλι τα βουνά να ζήσει σαν τ’ αγρίμια. Κι’ ο πανικός σπέρνει πίσω του φήμες που κλονίζουν και τις πιο γενναίες καρδιές.
Ο Κολοκοτρώνης πασχίζει να δώσει σε όλους θάρρος, να τους κρατήσει ορθούς: «Εμείς δεν φοβηθήκαμε τις στρατιές του φοβερού Κεχαγιάμπεη και Θα φοβηθούμε το Δράμαλη;» τους λέει.«Όλο το μιλιούνι που σέρνει πίσω του είναι απόλεμοι Ανατολίτες, που στην πρώτη μπαταριά μας θα διαλύσουν».
Στους Μύλους σκοπεύει να συγκεντρώσει το στρατό του ο Κολοκοτρώνης. Εκεί θα γίνει το μεγάλο στρατόπεδο, εκεί θα συγκεντρωθούν τα πολεμοφόδια και η επιμελητεία. Εκεί καταστρώνει τα πολεμικά του σχέδια. Για την αντιμετώπιση του Δράμαλη δεν χρειάζεται μόνο ψυχή και γενναιότητα. Χρειάζεται και στρατηγικό μυαλό. Και τέτοιο μυαλό διαθέτει αρκετό ο Γέρος του Μωριά.
Στέλνει τον Κωνσταντίνο Κολοκοτρώνη με τους άντρες του να πιάσουν τα στενά στα Δερβενάκια για να παρενοχλούν τους Τούρκους. Αλλά το μεγάλο παιγνίδι του ο Κολοκοτρώνης σκοπεύει να το παίξει στον Αργολικό κάμπο. Ξέρει ότι ο Δράμαλης θα πλημμυρίσει αυτό τον κάμπο και αφού κυριεύσει το Άργος θα προχωρήσει προς την Τρίπολη. Μα θα του κάνει τη ζωή δύσκολη, αφόρητη, σ’ αυτό τον κάμπο. Και υπάρχουν πολλοί τρόποι για να το κατορθώσει αυτό.
Στο φρούριο του Αργους στέλνει να κλειστούν 750 άντρες με πολλά τρόφιμα και νερό. Θα μείνουν εκεί όσο χρειαστεί για να παρενοχλούν τους Τούρκους. Το φρούριο θα είναι ένα αγκάθι στην καρδιά του στρατού του Δράμαλη. Έπειτα δίνει διαταγή να πάρουν όλα τα τρόφιμα από την περιοχή, να κάψουν όλες τις θυμωνιές των σιταριών που βρίσκονται στ’ αλώνια καθώς και τα αθέριστα χωράφια. Δεν πρέπει να βρει τίποτε ο Δράμαλης στην Αργολίδα, ούτε ένα σπυρί σιτάρι! Διατάζει ακόμα να ρίξουν στα πηγάδια χάλκινα σκεύη για να δηλητηριαστεί το νερό. Τη μοναδική πηγή έξω από το Άργος, στο Κεφαλάρι, θα την κρατούν γερά οι Έλληνες και δεν θ’ αφήνουν ούτε από μακριά τους Τούρκους να την πλησιάσουν. Αυτό είναι το σχέδιο του Κολοκοτρώνη. Να κρατήσει κλεισμένη τη στρατιά του Δράμαλη στο Άργος, χωρίς τροφή για τους στρατιώτες και τα ζώα του και χωρίς νερό.
Ο Δράμαλης ανύποπτος γι’ αυτά που τον περιμένουν στο Άργος, ξεκινάει από την Κόρινθο. Με τριάντα χιλιάδες στρατό, με ιππικό, με πυροβολικό και άπειρα εφόδια, ποιος θα μπορέσει να του αντισταθεί; Έτσι όπως πέρασε χωρίς κανένα κίνδυνο τη Ρούμελη, θα διασχίσει και το Μωριά και θα φθάσει ως την Τρίπολη. Αυτή την εντύπωση έχει. Κι’ όταν φθάνει στην Αργολίδα χωρίς σοβαρές ενοχλήσεις από τους επαναστάτες, βιάζεται να στείλει μήνυμα στο σουλτάνο, πως ο Μωριάς είναι και πάλι δικός τους!
Κυριεύει χωρίς καμιά δυσκολία την πόλη του Άργους και οργίζεται όταν διαπιστώνει ότι το φρούριο αντιστέκεται. Διατάζει τους άντρες του να το πολιορκήσουν και να το κυριεύσουν το συντομότερο. Αλλά το φρούριο του Άργους δεν είναι η ανυπεράσπιστη Ακροκόρινθος. Το υπερασπίζουν δοκιμασμένα στη φωτιά του πολέμου παλικάρια. Και οι διαδοχικές επιθέσεις των Τούρκων δεν φέρνουν κανένα αποτέλεσμα.
Ο Δράμαλης πέφτει στην παγίδα του Κολοκοτρώνη. Αντί ν’ αφήσει μερικούς άντρες του να κρατήσουν την πολιορκία του φρουρίου και να τραβήξει προς την Τρίπολη, πεισμώνει και αποφασίζει να μείνει στο Άργος που το πυρακτώνει η φοβερή ζέστη. Στο Άργος που είναι άδειο από τρόφιμα, χωρίς νερό, χωρίς χορτάρι για τα ζώα...
Συνεχίζεται....

Πηγές:
Δερβενάκια 1822, περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία, τ. 36