Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2019

Η διδασκαλία του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού για το Καθαρτήριο πυρ στην ενωτική Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας

Εισήγηση στο Διεθνή επιστημονικό συνέδριο «Η Ένωση της Φλωρεντίας σε ιστορικό, πολιτικό και θρησκευτικό πλαίσιο» (25 Ιουνίου 2019, Μόσχα).
Σκοπός του συνεδρίου ήταν να κατανοήσει τα αίτια και τις συνέπειες της Ένωσης της Φλωρεντίας στο πλαίσιο των σύγχρονων πολιτικών και θρησκευτικών διαδικασιών, συμπεριλαμβανομένης της σχέσης της Ορθόδοξης Εκκλησίας με το Βατικανό.
Σεβαστοί Πατέρες, Κυρίες και Κύριοι
Ευχαριστώ πολύ τη συντονιστική επιτροπή του Συνεδρίου για την ευκαιρία που μου δίνει να παρουσιάσω εδώ την Εισήγησή μου με τίτλο: «Η διδασκαλία του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού για το Καθαρτήριο πυρ στην ενωτική Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας».
Το ζήτημα του καθαρτηρίου πυρός[1] απετέλεσε το πρώτο θέμα συζήτησης στην ενωτική Σύνοδο Φερράρας – Φλωρεντίας (1438-39)[2]. Εμφανίζεται, βέβαια, ήδη αρκετά πριν από αυτή τη σύνοδο στη Δύση. Ήδη τον 12ο αιώνα η πίστη στην ύπαρξη του καθαρτηρίου πυρός ήταν διαδεδομένη στη λαϊκή ευσέβεια των Παπικών. Ο όρος πουργατόριο συναντάται για πρώτη φορά στον Αρχιεπίσκοπο της Τουρ Χίλδεμπερτ του Λαβαρτίν († 1133)[3] και ως θεολογική πεποίθηση απαντάται ευρύτατα στον 13ο αιώνα. Για πρώτη φορά αντιμετωπίσθηκε και πολεμήθηκε από τους Ορθοδόξους η περί καθαρτηρίου πυρός λατινική διδασκαλία στη Σύνοδο του Νυμφαίου επί Αυτοκράτορα Ιωάννου Γ΄ του Βατάτζη και Πατριάρχη Κων/πόλεως Γερμανού Β΄[4]. Η δε πλήρης θεολογική διαμόρφωση αυτής της διδασκαλίας βρίσκεται στον Θωμά Ακινάτη. Μέσα στη δικανική κατανόηση του Θεού και της δικαίωσης του ανθρώπου, ότι δηλ. η ικανοποίηση της δικαιοσύνης του Θεού απαιτεί την εξιλέωση – τιμωρία της κάθε αμαρτίας, ώστε τίποτε το ακάθαρτο να εισέρχεται στον ουρανό, οι Παπικοί είχαν δογματίσει το καθαρτήριο πυρ ως μια αναγκαία ενδιάμεση κατάσταση ανάμεσα στην κόλαση και στον παράδεισο. Η βούλα του πάπα Βενεδίκτου ΙΒ΄ με τίτλο Benedictus Deus – Ο Θεός ο Ευλογημένος (1336), που έχει δογματική ισχύ στους Παπικούς, ορίζει τη λεγόμενη visio beatifica, ότι δηλ. οι ψυχές των αγίων αμέσως μετά το θάνατό τους περνάνε στη μακαριότητα της θέας της ουσίας του Θεού. Όσοι, βέβαια, πέθαναν αμετανόητοι σε θανάσιμες αμαρτίες κολάζονται, όχι όμως τελείως ακόμα. Τελείως και αιωνίως θα κολάζονται μετά τη γενική ανάσταση και τη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Ανάμεσα σε αυτές τις δύο ομάδες παρεμβάλλεται η μεγάλη κατηγορία εκείνων που πέθαναν χωρίς να έχουν εξιλεωθεί και εκτίσει τις τιμωρίες για τις συγγνωστές αμαρτίες ή για τις εξομολογημένες θανάσιμες αμαρτίες. Οι άνθρωποι αυτοί πρέπει, όπως τονίζει η παραπάνω βούλα, να περάσουν από το καθαρτήριο πυρ για να φύγουν όλες οι συνέπειες των αμαρτιών, ώστε και αυτοί να καθαριστούν τελείως και έπειτα να απολαύσουν τη θέα της ουσίας του Θεού[5]. Ο χρόνος της παραμονής τους σε αυτό το πυρ που ως πυρ του νυν αιώνος διακρίνεται σαφώς από το πυρ το αιώνιο του μέλλοντος αιώνος, είναι ακριβώς ανάλογος με τις συνέπειες των αμαρτιών, για την εξιλέωση των οποίων δεν έχουν φροντίσει πριν από το θάνατό τους.
Οι Παπικοί στήριξαν τη διδασκαλία τους για το καθαρτήριο πυρ σε αρκετά πατερικά χωρία και από πλευράς Αγίας Γραφής: α. στο δεύτερο βιβλίο των Μακκαβαίων, όπου σύμφωνα με τους στίχους 12, 43-45 ο Ιούδας ο Μακκαβαίος συγκέντρωσε ένα ποσό και το απέστειλε στα Ιεροσόλυμα προκειμένου να προσφερθεί μια εξιλαστήριος θυσία υπέρ των νεκρών στρατιωτών, ώστε να απαλλαγούν αυτοί από τις αμαρτίες τους, και β. στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο 12, 32, όπου σύμφωνα με τα λόγια του ιδίου του Κυρίου η βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος «οὐκ ἀφεθήσεται … οὔτε ἐν τῷ νῦν αἰῶνι οὔτε ἐν τῷ μέλλοντι». Για τα δύο αυτά χωρία σημειώνει ο Άγιος Μάρκος: «Ταῦτα δὲ ὅτι τὸ καθαρτήριον πῦρ οὐδαμῶς εἰσάγουσι, καὶ ἡλίου φανότερον. τί γὰρ κοινὸν ἀφέσει τε καὶ καθάρσει διὰ πυρὸς καὶ κολάσεως;» Εάν ο Θεός παρέχει άφεση στον άνθρωπο ή μέσω των ευχών της Εκκλησίας ή από την φιλανθρωπία του, τότε ποια είναι η ανάγκη του καθαρτηρίου; Εάν πάλι το καθαρτήριο παρέχει κάθαρση, τότε γιατί να γίνουν οι ευχές και γιατί να υμνούμε τον Θεό για τη φιλανθρωπία Του; Μάλλον τα χωρία συνηγορούν εναντίον του καθαρτηρίου, επειδή τονίζουν την άφεση ως αποτέλεσμα της βασιλικής εξουσίας και της ευσπλαχνίας του Θεού και ταυτόχρονα αποκλείουν την απαλλαγή από την κόλαση ή από την κάθαρση[6].
Το τρίτο και κύριο χωρίο, στο οποίο οι Λατίνοι στήριξαν τη διδασκαλία τους περί καθαρτηρίου είναι η Α΄ προς Κορινθίους, κεφ. 3, στίχος 15: «εἴ τινος τὸ ἔργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται, αὐτὸς δὲ σωθήσεται, οὕτως δὲ ὡς διὰ πυρός». Στο χωρίο αυτό, όπως υποστηρίζουν, ο Απόστολος Παύλος υπονοεί το δικό τους καθαρτήριο πυρ, μια τρίτη προσωρινή κατάσταση για την κάθαρση των ψυχών ανάμεσα στον παράδεισο και την κόλαση. Στον ισχυρισμό αυτό παραβλέπουν όμως, ότι οι δύο στίχοι που προηγούνται αναφέρονται σαφώς στην ημέρα της κρίσεως: «ἑκάστου τὸ ἔργον φανερὸν γενήσεται· ἡ γὰρ ἡμέρα δηλώσει· ὅτι ἐν πυρὶ ἀποκαλύπτεται· καὶ ἑκάστου τὸ ἔργον ὁποῖόν ἐστι τὸ πῦρ δοκιμάσει. Εἴ τινος τὸ ἔργον μενεῖ ὃ ἐπῳκοδόμησε, μισθὸν λήψεται»[7].
Ουσιαστικός αντίπαλος των Παπικών στη Σύνοδο της Φερράρας – Φλωρεντίας τόσο στο θέμα του καθαρτηρίου πυρός όσο και γενικά στα άλλα θέματα υπήρξε ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός. Δύο ομιλίες του έχουν διασωθεί: «Αντίρρησις των Λατινικών κεφαλαίων, άπερ αυτοί προέτεινον, περί του περκατορίου πυρός» και «Απολογία προς Λατίνους δευτέρα, εν ή εκτίθησι και της των Γραικών Εκκλησίας την Αληθή δόξαν»[8]. Επίσης έχουν διασωθεί μια σειρά απαντήσεων του Αγίου Μάρκου σε απορίες των Παπικών με τίτλο: «Αποκρίσεις προς τας επενεχθείσας αυτώ απορίας και ερωτήσεις, επί ταίς ρηθήσαις ομιλίαις, παρά των καρδιναλίων και των άλλων Λατινικών διδασκάλων»[9], και μια σύντομη παρουσίαση των θέσεων των ορθοδόξων με τίτλο: «Συλλογισμοί δέκα δεικνύντες ότι ουκ εστί πυρ καθαρτήριον»[10].
Ποιες είναι εν ολίγοις οι θέσεις του Αγίου Μάρκου[11]; Πουθενά στην Αγία Γραφή και πουθενά στην πατερική παράδοση μπορεί να στηριχθεί η διδασκαλία για το καθαρτήριο πυρ[12]. Όπου οι Παπικοί χρησιμοποιούν χωρία της Αγίας Γραφής ή των πατέρων πρόκειται για παρερμηνείες, ακριβώς επειδή τους λείπουν οι προϋποθέσεις για τη σωστή ερμηνεία τόσο της Αγίας Γραφής όσο και των πατερικών κειμένων. Με την πανίσχυρη και αδιάσειστη επιχειρηματολογία του ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός αποδεικνύει τις παπικές δοξασίες ως παράλογες, ως διαστροφή των πατερικών χωρίων και εκείνων της Αγίας Γραφής.
Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η θέση του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού για τις προϋποθέσεις που πρέπει να υπάρχουν για μια γόνιμη συζήτηση δογματικών θεμάτων, ώστε να προκύπτουν ουσιαστικά αποτελέσματα, και έτσι να υπάρχει κέρδος από μια Σύνοδο. Η ειρήνη και η αρμονία που επέρχονται μετά από μια Σύνοδο, κατά την οποία και οι δύο πλευρές με την παράθεση μιας ουσιαστικής επιχειρηματολογίας αναζητούν την αλήθεια, φανερώνει την παρουσία του Παναγίου Πνεύματος. Απόδειξη αποτελεί η Αποστολική Σύνοδος. Ο Άγιος Μάρκος θίγει ακριβώς το σημείο εκείνο, που είναι κρίσιμο. Ήξερε ασφαλώς, ότι αυτές οι προϋποθέσεις δεν υπήρχαν εκ μέρους των Παπικών, αλλά αντίθετα ότι επεδίωκαν την επιβολή των δικών τους θέσεων. Η ιστορία επιβεβαίωσε την υστεροβουλία, την πονηριά των Παπικών, τις κατακτητικές τους διαθέσεις έναντι της Ορθοδοξίας τόσο στη Σύνοδο Φερράρας – Φλωρεντίας όσο και σε όλες τις μετέπειτα συνόδους τους μέχρι τις μέρες μας. Ποτέ δεν αναζητούσαν πραγματικά την αλήθεια, τόσο στο θέμα του καθαρτηρίου πυρός όσο και σε όλους τους δογματικούς τους νεωτερισμούς, ποτέ δεν διέθεταν μια ουσιαστική επιχειρηματολογία, αλλά πάντοτε μόνο πυροτεχνήματα με τελικό στόχο την καταστρατήγηση και διαστρέβλωση της Αλήθειας, που είναι το ίδιο το πρόσωπο του Χριστού.
Ποια συγκεκριμένα είναι τα επιχειρήματα στην αναζήτηση της αλήθειας σχετικά με το καθαρτήριο πυρ τα οποία προβάλλει ο Άγιος Μάρκος;
1. Η παραβολή του Πλουσίου και του Λαζάρου, την οποία αφηγήθηκε ο ίδιος ο Χριστός, αποκλείει την ύπαρξη μίας μέσης κατάστασης μεταξύ εκείνης της ευδαιμονίας των φίλων του Θεού και εκείνης των αιωνίων βασάνων των αμαρτωλών. Μόνο χάσμα μέγα αναφέρει[13].
2. Η διδασκαλία για το καθαρτήριο πυρ, παρόμοια με τη διδασκαλία περί αποκαταστάσεως των πάντων, καλλιεργεί τη ραθυμία στους ράθυμους, βρίσκουν, με πρόφαση τη κάθαρση που αναμένουν οπωσδήποτε μετά θάνατον, ένα βασικό λόγο να μην αγωνίζονται στην παρούσα ζωή[14].
3. Είναι παράλογη η θέση ότι η άυλη, ασώματη ψυχή, αφού έχει χωρισθεί από το σώμα το οποίο φθείρεται, βασανίζεται από υλικό, σωματικό πυρ[15]. Ούτως ή άλλως η θέληση του ανθρώπου δεν μπορεί να αλλάξει μετά τον βιολογικό του θάνατο. Επομένως ένα τέτοιο πυρ δεν θα είχε τίποτε να συνεισφέρει στη μακαριότητα του ανθρώπου που προϋποθέτει την ευθύτητα της θέλησης[16].
4. Τόσο ο παράδεισος όσο και η κόλαση είναι καταστάσεις που περιμένουν οι άνθρωποι μετά τη γενική Ανάσταση και την Τελική Κρίση του Χριστού. Δηλ. δεν υπάρχει από τώρα μετά τον θάνατο των Αγίων η πλήρης μακαριότητά τους στον παράδεισο, όπως υποστηρίζουν οι Παπικοί. Εάν ήταν έτσι δεν θα υπήρχε ανάγκη της γενικής Ανάστασης των σωμάτων και της Τελικής Κρίσεως του Χριστού[17]. Και οι δίκαιοι και οι αμαρτωλοί βρίσκονται σε ανάλογους με την κατάστασή τους τόπους, οι δίκαιοι στον ουρανό με άνεση και ελευθερία, έχοντας μια πρόγευση του παραδείσου, και οι αμαρτωλοί στον άδη με στενοχώρια και λύπη, έχοντας μια πρόγευση της αιωνίου κολάσεως[18]. Μόνο έτσι γίνεται αναφορά στην κατάσταση της ψυχής μετά τον σωματικό θάνατο τόσο από την Αγία Γραφή όσο και από τους Αγίους Πατέρες. Αυτή είναι η μέση κατάσταση των ψυχών που αποδέχεται η Ορθοδοξία. Προφανώς δεν έχει καμία σχέση μ’ αυτό που οι Παπικοί προβάλλουν εντελώς αντιγραφικά και εναντίον της Παράδοσης της Εκκλησίας ως καθαρτήριο πυρ. Άλλωστε, όπου στην Αγία Γραφή γίνεται λόγος για τον άδη πουθενά δεν συνδέεται με έναν τόπο τιμωρίας και κάθαρσης, όπως περιγράφεται με την παπική διδασκαλία για το πουργατόριο. Πάντοτε, μας διευκρινίζει ο Άγιος Μάρκος, νοείται ως νοητός τόπος σαν δεσμωτήριο και φυλακή[19]. Συνεπώς, όπως στη ζωή αυτή ο άνθρωπος έχει μια πρόγευση της κατάστασης της ψυχής μετά τη λύση του δεσμού της με το σώμα[20], έτσι και η κατάσταση της ψυχής μετά θάνατον είναι πρόγευση της αιώνιας κατάστασης του ανθρώπου ως ψυχοσωματικής ύπαρξης πάλι μετά τη γενική Ανάσταση των σωμάτων και την Τελική Κρίση του Θεού.
5. «Οι καθαροί τη καρδία», όπως μας επιβεβαιώνει η Αγία Γραφή, «τον Θεόν όψονται»[21]. Όμως ο βαθμός της θεωρίας του Θεού θα εξαρτάται από την κάθαρση της καρδίας του κάθε ανθρώπου. Το γεγονός ότι θα υπάρχουν ανάλογα με την καθαρότητα των ανθρώπων διάφοροι βαθμοί θεωρίας του Θεού[22], δηλ. της άκτιστης ενέργειας του Θεού και όχι της θείας ουσίας, όπως ισχυρίζεται η πλανεμένη παπική διδασκαλία, πάλι αναιρεί κάθε λόγο ύπαρξης μιας άλλης κάθαρσης μέσω του πουργατορίου. Εάν όντως υπήρχε το καθαρτήριο, τότε δεν θα είχαν νόημα οι διαφορετικοί βαθμοί της θεωρίας της δόξας του Θεού. Άλλωστε, όπως αρμόζει στην αγαθότητα του Θεού να μη παραβλέπει το λίγο αγαθό στους αμαρτωλούς, έτσι και αρμόζει να παραβλέπει το λίγο κακό σε αυτούς που έχουν αγωνιστεί στη ζωή τους να εφαρμόσουν το θέλημα του Θεού. Και έτσι τους καθαίρει, όπως αναφέρεται και στα μνημόσυνα που γίνονται για τους νεκρούς[23]. Η κάθαρση γίνεται εδώ όχι μέσα από ένα υλικό πυρ, όπως αποδέχονται εντελώς λανθασμένα οι Λατίνοι, αλλά λόγω της ευσπλαχνίας του Θεού. Τους παρέχει τη μακαριότητα, μόνο σε διαφορετικό βαθμό από εκείνους που φθάσανε στην Αγιότητα. Επίσης όπως στη ζωή εδώ μας καθαίρει ο πόθος του Θεού, γιατί να μη συμβεί και αυτό μετά τον θάνατο. Στους αμαρτωλούς πάλι, το λίγο αγαθό που έχουν κάνει δεν θα μπορέσει να αποτρέψει την κατάσταση της αιώνιας κόλασης αλλά θα έχει αντίκρισμα στους διαφορετικούς βαθμούς της κόλασης, η οποία θα εκφράζεται με τη βίωση του ακτίστου και αιωνίου πυρός[24]. Όπου, συνεπώς, στην Αγία Γραφή και στους αγίους Πατέρες γίνεται λόγος για πυρ, εννοείται αυτό το αιώνιο πυρ της κόλασης, το οποίο όμως θα το γευθούν οι αμαρτωλοί μετά την επανένωση της ψυχής τους με το άφθαρτο πια σώμα και την Τελική Κρίση του Χριστού. Άρα κάθε έννοια ύπαρξης μιας ενδιάμεσης κατάστασης τύπου καθαρτηρίου πυρός όχι μόνο περιττεύει, αλλά είναι και παράλογη και αντίκειται στην αγαθότητα του Θεού[25].
6. Το κυριότερο χωρίο της Αγίας Γραφής, το οποίο, όπως είπαμε και παραπάνω, παραθέτουν οι Παπικοί για τη στήριξη των θέσεών τους είναι το Α' Κορ. 3 , 10-15: «Ἕκαστος δὲ βλεπέτω πῶς ἐποικοδομεῖ· θεμέλιον γὰρ ἄλλον οὐδεὶς δύναται θεῖναι παρὰ τὸν κείμενον, ὅς ἐστιν Ἰησοῦς Χριστός. Εἰ δέ τις ἐποικοδομεῖ ἐπὶ τὸν θεμέλιον τοῦτον χρυσόν, ἄργυρον, λίθους τιμίους, ξύλα, χόρτον, καλάμην, ἑκάστου τὸ ἔργον φανερὸν γενήσεται· ἡ γὰρ ἡμέρα δηλώσει· ὅτι ἐν πυρὶ ἀποκαλύπτεται· καὶ ἑκάστου τὸ ἔργον ὁποῖόν ἐστι τὸ πῦρ δοκιμάσει. Εἴ τινος τὸ ἔργον μενεῖ ὃ ἐπῳκοδόμησε, μισθὸν λήψεται· εἴ τινος τὸ ἔργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται, αὐτὸς δὲ σωθήσεται, οὕτως δὲ ὡς διὰ πυρός».
Αυτό το χωρίο μπορεί ίσως με την πρώτη ματιά να συνηγορεί υπέρ της διδασκαλίας τους για το καθαρτήριο πυρ. Στην ουσία όμως την αναιρεί: Γιατί;
α. Εδώ το πυρ «δοκιμάζει» και δεν καθαρίζει[26].
«Εκάστου», δηλ. και των δικαίων και αγίων τα έργα δοκιμάζονται, ενώ κατά τους Παπικούς θα δουν αμέσως μετά το θάνατο την ουσία του Θεού.
β. Σύμφωνα με το βιβλικό χωρίο τα έργα των αμαρτωλών θα κατακαούν και αυτοί οι ίδιοι θα ζημιωθούν, ενώ με το καθαρτήριο πυρ, αφού καθαρίζονται οι ψυχές, «πρὸς τῷ μηδὲν ζημιοῦσθαι καὶ μεγάλα κερδαίνουσιν»[27].
γ. Όλα όσα αναφέρονται εδώ θα γίνουν κατά την Τελική Κρίση του Κυρίου[28]. Αυτό ανατρέπει απόλυτα τη λατινική διδασκαλία για το καθαρτήριο πυρ, επειδή το πουργατόριο τοποθετείται πριν από την Τελική Κρίση.
δ. Η λέξη «σωθήσεται», όπως και σε άλλα χωρία της Αγίας Γραφής έχει εδώ την έννοια της διατήρησης των αμαρτωλών στην αιώνια κόλαση και όχι την έννοια της σωτηρίας. Την ερμηνεία αυτή στηρίζει ο Άγιος Μάρκος στους αγίους Πατέρες και κυρίως στον Μέγα Βασίλειο και τον Άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο[29].
Με εκτενείς αναφορές στους Αγίους Πατέρες ο Άγιος Μάρκος αποδεικνύει λεπτομερώς τις παρερμηνείες των Παπικών στην χρήση των πατερικών χωρίων που επιλέγουν για την στήριξη των θέσεών τους. Αλλά λόγω του περιορισμένου χρόνου της εισήγησης δεν μπορούν να αναπτυχθούν όπως επίσης και η διδασκαλία των Ορθοδόξων που παραθέτει για τα ιερά μνημόσυνα.
Τελικά, μετά από αυτή την τόσο ουσιαστική, πλούσια και αληθινή επιχειρηματολογία του Αγίου Μάρκου και όλων των πριν από αυτόν Αγίων Πατέρων που συνοψίζει και εξηγεί λεπτομερώς, βλέπει κανείς τους Παπικούς, εγκλωβισμένους στις δικανικές του αντιλήψεις, να επιμένουν μέχρι σήμερα στις φαντασιώσεις τους τόσο ως προς την αμοιβή των αγίων τους, οι οποίοι αμέσως μετά θάνατον θα δουν την ουσία του Θεού, όσο και ως προς την παράλογη δοξασία τους για το καθαρτήριο πυρ[30]. Γι’ αυτό και οι Ορθόδοξοι στους μετέπειτα αιώνες καταδικάζουν τις κακοδοξίες αυτές, όπως ο Μητροπολίτης Κιέβου Πέτρος Μογίλας (1596-1647) στην ορθόδοξη ομολογία του, οι ορθόδοξοι Πατριάρχες της Ανατολής το 1718 σε απάντησή τους στις προθέσεις από τη Βρεττανία για ένωση, οι Σύνοδοι της Κωνσταντινουπόλεως του 1722 και 1727, ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος (1721-1813), ο Νικηφόρος Θεοτόκης (1731-1800), ο Ευστράτιος Αργέντης (1685-1762), ο Άγιος Νεκτάριος (1846-1920) και πολλοί άλλοι. Μεταξύ των άλλων στιγματίζουν το καθαρτήριο ως αντιγραφική και αντιπατερική διδασκαλία, ως μέσο εκμετάλλευσης και εξαπάτησης των απλοϊκών πιστών, ως μύθο, ως παράλογη διδασκαλία κ.ά.[31] Χαρακτηριστική στους Παπικούς είναι η εμμονή τους στα περιορισμένα σχήματα της εδώ ζωής μας. Διακρίνονται για μια απόλυτη προσκόλληση στο φθαρτό. Τους λείπει εντελώς η εμπειρία του ακτίστου που έχουν οι Άγιοι. Πέρα όμως από αυτή την έλλειψη ούτε επιθυμούν να γνωρίσουν τίποτε άλλο. Είναι πολύ συνειδητός ο περιορισμός τους σ’ αυτό που έχουν και γνωρίζουν, δεν επιθυμούν τη διεύρυνση του ορίζοντά τους. Μάλιστα πιστεύουν στην ανωτερότητα της δικής τους αντίληψης της πραγματικότητας. Αυτή προφανώς τους εμπνέει ασφάλεια. Δεν τους αρέσει, δεν τους εκφράζει ο πόθος του Χριστού, δεν έχουν καμία παράσταση του θείου έρωτα, διαφορετικά θα μπορούσαν και εκείνοι έστω αμυδρά να κατανοήσουν τις διαφορετικές βαθμίδες της βίωσης τόσο του παραδείσου όσο και της κολάσεως. Πώς να τους εκφράσουν, πώς έστω να αγγίξουν την καρδιά τους λόγια όπως αυτά του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου σχετικά με τον παράδεισο, ότι θέλει να είναι εκεί που είναι ο Χριστός, ακόμα και στην κόλαση. Στους Παπικούς όλα πρέπει να χωρέσουν στα διανοητικά τους σχήματα, και εάν δεν χωρούν, όπως συμβαίνει με τα διάφορα χωρία της Αγίας Γραφής και των Πατέρων, τα ακρωτηριάζουν, τα βιάζουν έτσι, ώστε να χωρούν. Απόδειξη γι’ αυτό είναι η πρακτική τους μέχρι σήμερα.
Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας. Εύχομαι καλή συνέχεια στις εργασίες του Συνεδρίου σας.
Λέων Μπρανγκ
Δρ. Θεολογίας
9/10/2019