Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

Οι οφειλές της Γερμανίας προς την Ελλάδα

koza-mesovoyno-nazi-1021x580
Δαμιανός Βασιλειάδης
Ιδρυτικό μέλος του Εθνικού Συμβουλίου διεκδίκησης των
οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα
Υπεύθυνος Γερμανίας


ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το ζήτημα των οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα αποτελεί ζήτημα ηθικό, νομικό, πολιτικό, ιστορικό. Το ζητούμενο εξακολουθεί να είναι η έμπρακτη απόδοση δικαιοσύνης για τα φοβερά εγκλήματα του Γ’ Ράιχ (εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας) κατά της διάρκεια κατοχής της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με την ικανοποίηση που απαιτεί η υλική αποζημίωση, επανόρθωση, αποκατάσταση.
Συνοπτικά οι διεκδικήσεις της Ελλάδας είναι οι ακόλουθες:
1. Οι επανορθώσεις για τις υλικές καταστροφές, λεηλασίες και αρπαγές των υποδομών της χώρας κατά τη διάρκεια της κατοχής. Σύμφωνα με απόφαση της Διασυμμαχικής Επιτροπής του 1946 που συνήλθε στο Παρίσι, η Γερμανία οφείλει να πληρώσει στην Ελλάδα, 7,1 δισ. δολάρια, σε τιμές του 1938. Με επίσημα στοιχεία της Τράπεζας την Ελλάδας, το ποσό αυτό ανέρχεται σε 108,43 δισ. ευρώ, χωρίς τους τόκους.
2. Το κατοχικό δάνειο, που αναγκάστηκε η Εθνική Τράπεζα να συνάψει με την Ιταλία και Γερμανία στις 14.3.1942. Το δάνειο αυτό ανερχόταν στο ποσό των 3,5 δισ. δολαρίων σε τιμές του 1938. Σήμερα, ανέρχεται στα 56 δισ. ευρώ χωρίς τους τόκους, σύμφωνα πάλι με εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδας. Με συμφωνηθείσες τροποποιήσεις και την υπογραφή της κατοχικής κυβέρνησης το δάνειο αυτό μετατράπηκε από αναγκαστικό σε συμβατικό ιδιωτικού δικαίου με υποχρέωση της Γερμανίας να το εξοφλήσει. Μάλιστα ο ίδιος ο Χίτλερ άρχισε την εξόφλησή του το 1943. Νεότερα στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου του κράτους και της κυβέρνησης ανεβάζει το συνολικό ποσό των επανορθώσεων και του κατοχικού δανείου στα 278, 7 δις ευρώ περίπου.
Το θέμα ωστόσο δεν είναι το ποσό, αλλά η αναγκαιότητα για διαπραγμάτευση ανάμεσα στις δύο κυβερνήσεις. Γι’ αυτό και ο Μανώλης Γλέζος, πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου διεκδίκησης των οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα, στο βιβλίο του για τις οφειλές της Γερμανίας φέρει τον συμβολικό τίτλο: Και ένα μάρκο να ήταν… ισχυρίζεται ότι οι Γερμανία πρέπει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της.

3. Οι αποζημιώσεις για τα θύματα και τους συγγενείς των θυμάτων. Υπάρχει μόνο η διεκδίκηση των θυμάτων και των συγγενών των θυμάτων του Διστόμου, με απόφαση του Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, που επικύρωσε και ο Άρειος Πάγος το 2000, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 28 εκατομμυρίων ευρώ. Όμως δεν επικυρώθηκε από το υπουργείο Δικαιοσύνης, βάσει μιας παρωχημένης διατάξεως του κώδικα πολιτικής δικονομίας (άρθρο 923), που δίνει το δικαίωμα στον εκάστοτε υπουργό Δικαιοσύνης να εγκρίνει ή απορρίπτει τις αποφάσεις του Αρείου Πάγου.
4. Οι πολιτιστικοί θησαυροί. Η καταγεγραμμένη λεηλασία, καταστροφή και κλοπή των πολιτιστικών θησαυρών της Ελλάδας.
ΟΙ ΟΦΕΙΛΕΣ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΟΤΕΡΑ
Ι. Το ζήτημα των επανορθώσεων
Μετά τον πόλεμο η Γερμανία έπρεπε να πληρώσει για τα εγκλήματά της. Η Ελλάδα ποτέ δεν έπαψε να ζητά να εκπληρώσει η Γερμανία τις υποχρεώσεις της απέναντι στην Ελλάδα. Παρ’ όλα αυτά, με τη συνδιάσκεψη του Λονδίνου, που υπογράφτηκε στις 16.9.1953, ανεστάλη κάθε υποχρέωσή της, κατόπιν αιτήματός της, για καταβολή αποζημιώσεων μέχρι την υπογραφή Συνθήκης ειρήνης.
Η συνδιάσκεψη αποφάσισε μείωση του χρέους της Γερμανίας πάνω από 60% του συνολικού χρέους. Εκτός αυτού η συμφωνία συνέδεσε άμεσα την εξυπηρέτηση του χρέους με την ανασυγκρότηση της οικονομίας της Γερμανίας. Συνδέθηκε δηλαδή η αποπληρωμή του χρέους με την λεγόμενη ρήτρα ανάπτυξης και δόθηκε επιπλέον στην Γερμανία περίοδος χάριτος 5 ετών. Τέλος η αποπληρωμή θα ελάμβανε χώρα μετά την σύναψη συνθήκης ειρήνης με τις συμμαχικές χώρες, στις οποίες ανήκε και η Ελλάδα.
Θα πρέπει να τονιστεί ότι η διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους της Γερμανίας το 1953 και η ελάφρυνση των όρων αποπληρωμής του υπολοίπου αποτέλεσε τον θεμέλιο λίθο για το λεγόμενο «γερμανικό θαύμα» μετά το 1950. Χωρίς την αναστολή πληρωμής των αποζημιώσεων, η Γερμανία θα είχε χρεοκοπήσει. Συνεπώς, το γερμανικό “οικονομικό θαύμα” οφείλεται, και στην ανοχή των Ελλήνων, που τότε αποδέχτηκαν να παραιτηθούν εν μέρει από τα επιδικασθέντα σε αυτούς ποσά, ενώ από την άλλη συμφώνησαν να αναβληθεί και η πληρωμή των υπολοίπων, μέχρις ότου η Γερμανία ανακάμψει πλήρως οικονομικά. Η Ελλάδα επιπλέον συνετέλεσε και στην νίκη κατά του εθνικοσοσιαλισμού με την ηρωική της αντίσταση ενάντια στα στρατεύματα του Χίτλερ, παρ’ όλο που πολλοί αρνούνται αυτήν της την συμβολή. Ωστόσο την συμβολή της Ελλάδας στην νίκη κατά του άξονα αναγνώρισε και ο ραδιοφωνικός σταθμός της Μόσχας την 27ην Απριλίου 1942, λέγοντας ότι «..Επολεμήσατε άοπλοι εναντίον πανόπλων και ενικήσατε. Μικροί εναντίον Μεγάλων και επικρατήσατε. Δεν ήτο δυνατόν να γίνει αλλιώς διότι είσθε Έλληνες. Εκερδίσαμεν χρόνον διά να αμυνθώμεν. Ως Ρώσοι και ως άνθρωποι θα σας ευγνωμονούμεν», αλλά και το BBC την 30ην Μαρτίου 1942, λέγοντας «..Η Ελλάς έσωσε την Μόσχαν και τον Καύκασον. Όταν φτάσει η ώρα, αγνωμοσύνη απέναντι του Ελληνικού Λαού, θα ισοδυναμεί με προδοσίαν απέναντι ολοκλήρου της Ευρώπης». Από το βιβλίο του Θεοδώρου Δρακούλη Βουδικλάρη [1904-1977]: «28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ [Αθήνα Οκτ.1945].
Στο μεταξύ όλες οι σύμμαχες χώρες με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αποζημιώθηκαν, πριν ακόμη συνομολογηθεί η συνθήκη ειρήνης. Το 1990, με τη Συμφωνία 2+4, που επέχει την ισχύ συνθήκης ειρήνης, επισφραγίστηκε η επανένωση της Γερμανίας. Από την στιγμή εκείνη έπρεπε να εκπληρώσει η Γερμανία τις υποχρεώσεις της απέναντι στην Ελλάδα. Λόγω της πενταετούς χάριτος, που της δόθηκε από την συνδιάσκεψη του Λονδίνου, η αποπληρωμή θα μπορούσε κανονικά να ξεκινήσει από το 1995. Το γεγονός αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα παραιτήθηκε από τις διεκδικήσεις της. Πάντοτε έθετε το θέμα, αρχής γενομένης από το τέλος του πολέμου με διάφορους τρόπους. Για τις ελληνικές κυβερνήσεις το θέμα των οφειλών της Γερμανίας έμενε ανοιχτό, χωρίς ωστόσο να υπάρχει η θέληση να τις διεκδικήσει αποφασιστικά. Μάλιστα το 1995 υπήρξε από την τότε κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου και ρηματική διακοίνωση, ωστόσο δεν δόθηκε συνέχεια και λόγω αστοχίας χειρισμού από μέρους της ελληνικής κυβέρνησης.
Η Γερμανία απέφυγε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της απέναντι στην Ελλάδα, φέρνοντας πάντα κάποια έωλα επιχειρήματα.
Το διεθνές δικαστήριο της Χάγης αποφάσισε υπέρ της ετεροδικίας της Γερμανίας, αφήνοντας ωστόσο την δυνατότητα για συνεννοήσεις για το θέμα μεταξύ των κυβερνήσεων Ελλάδας –Γερμανίας, είναι δηλαδή θέμα διακρατικών διαπραγματεύσεων. Τις απαιτήσεις αυτές πρέπει να προβάλει η ελληνική κυβέρνηση, γιατί από τη μεριά των γερμανικών κυβερνήσεων προβάλλεται μονίμως, με διάφορες προφάσεις, άρνηση εκπλήρωσης των υποχρεώσεων τους απέναντι στην Ελλάδα. Η άρνηση της Γερμανίας, εκτός από διάφορες έωλες δικαιολογίες προβάλει και το επιχείρημα ότι μετά τον πόλεμο ήταν νωρίς η Γερμανία να καταβάλει αποζημιώσεις, λόγω καταστροφής της οικονομίας της. Τώρα, μετά την παρέλευση τόσων χρόνων είναι πλέον αργά να μιλούμε για οφειλές. Αυτές οι κυνικές δηλώσεις διανθίζονται κατά καιρούς και με μερικά άλλα έωλα επιχειρήματα, όπως της καλής συνεργασίας και βοήθειας στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, που βέβαια δεν έχουν καμία απολύτως βάση. Τελικά η Γερμανία αρνείται ρητά να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της απέναντι στην Ελλάδα.
Θα πρέπει ωστόσο να τονίσουμε ότι όλες αυτές οι οφειλές της Γερμανίας πάνε, όπως λέγεται, πακέτο. Ακόμη δεν πρέπει να αποκλείουμε και την νομική διεκδίκηση των αποζημιώσεων, γιατί η επιστήμη της νομικής εξελίσσεται και στο μέλλον μπορεί να δημιουργήσει άλλα δεδομένα, απ’ αυτά που προβάλλονται σήμερα.
Τα άλλα δεδομένα έχουν σχέση και με την πρόσφατη απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ιταλίας, στις 22 Οκτωβρίου 2014, που αποφάνθηκε ότι σε ζητήματα που έχουν σχέση με εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας δεν ισχύει η αρχή της ετεροδικίας, απορρίπτοντας το επιχείρημα της Γερμανίας περί ετεροδικίας στο συγκεκριμένο πρόβλημα. Η επιστήμη και φιλοσοφία του δικαίου δεν είναι στατική, αλλά εξελίσσεται. Με αυτήν την έννοια τίποτε ακόμη δεν είναι οριστικό, ακόμη και από νομικής άποψης, πέραν από το ηθικό και πολιτικό θέμα που διατηρούν την ισχύ τους διαχρονικά.

Τότε ιδρύθηκε και το Εθνικό Συμβούλιο διεκδίκησης των οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα, όπως είναι ο τίτλος του Εθνικού Συμβουλίου, ξεκινώντας το αγώνα για τις οφειλές στο σύνολό τους. Παρεμπιπτόντως θα πρέπει να τονιστεί ότι ο αγώνας της διεκδίκησης, που εξελίσσεται επί επτά δεκαετίες και με ιδιαίτερη ένταση την τελευταία εικοσαετία (μετά την επανένωση της Γερμανίας), επ’ ουδενί δεν σχετίζεται με τη σημερινή οικονομική κατάσταση της χώρας και δεν επιδέχεται παρεξηγήσεων και συμψηφισμών. Η προσπάθεια του Εθνικού Συμβουλίου, του Δικτύου των Μαρτυρικών πόλεων και χωριών και οι ενέργειες των Συλλόγων των θυμάτων ανέδειξε μετά από σκληρούς και ανυποχώρητους αγώνες είκοσι ολόκληρων χρόνων το ύψιστο αυτό εθνικό θέμα, που τελικά απασχολεί πια ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, τα κόμματα, τη Βουλή και την κυβέρνηση, η οποία τελικά δημιούργησε την διακομματική επιτροπή για να συντονίσει όλες τις προσπάθειες διεκδίκησης των οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα.
Παλιά οι γερμανικές κυβερνήσεις ισχυρίζονταν ότι είναι νωρίς, για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους. Η σημερινή κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Γερμανίας ισχυρίζεται ότι είναι αργά και το θέμα θεωρείται λήξαν. Στο σημείο αυτό δεν πρέπει να λησμονούμε ότι οι σύμμαχοί της Ιταλοί και Βούλγαροι, που εξαιτίας του Χίτλερ συμμετείχαν στην καταστροφή και λεηλασία της Ελλάδας, πλήρωσαν αποζημιώσεις, έστω και λίγες, εκτός από τις απαιτήσεις μας για τους πολιτιστικούς θησαυρούς. Μόνο η Γερμανία εξαίρεσε το εαυτό της, όντας όμως ο κύριος υπεύθυνος για τα ανείπωτα δεινά της Ελλάδας σε ανθρώπινες θυσίες, υλικές καταστροφές και λεηλασίες.
Επειδή ωστόσο υπάρχει σύγχυση στο θέμα των επανορθώσεων της Γερμανίας, είναι χρήσιμο να τονιστούν ορισμένες πλευρές των καταστροφών, λεηλασιών και διαρπαγών, για να γίνει σαφές περί τίνος πρόκειται.
Μια συνοπτική έκθεση των απαιτήσεων της Ελλάδας, σχετικά με το θέμα των επανορθώσεων, όπως αυτές κατατέθηκαν επίσημα από τον πρόεδρο του Εθνικού Συμβουλίου Διεκδίκησης των Οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα Μανώλη Γλέζο, στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Ελλήνων, στις 27.7.2011, παρατίθεται κατωτέρω, με το πρόταγμα ότι δεν επαιτούμε, αλλά απαιτούμε!
Η πραγμάτωσή των λεηλασιών επήλθε:
• Με την αρπαγή του 51% των μετοχών των ΔΕΚΟ και όλων των μεγάλων ιδιωτικών επιχειρήσεων.
• Με τη διατροφή των στρατευμάτων κατοχής: Σύνολο 670.000 στρατός ( Γερμανικός, Ιταλικός, Βουλγαρικός). Ακόμη και με τη διατροφή της στρατιάς του Ρόμελ, του Αfrica Corps, (κατ’ εξαίρεση, μόνο η Ελλάδα!). Η διατροφή ανήλθε σε 8 δις δρχ., το μήνα.
• Με τα πλαστά χαρτονόμισμα (Reichskreditkassenscheine) είχαμε άμεση λεηλασία επιχειρηματιών, άμεση λεηλασία ελληνικού χρήματος. Έγινε εξαγορά του με 530.894 χρυσές λίρες Αγγλίας, τον Αύγουστο του 1941.
• Με τη ληστεία νομισμάτων: Δεκάρικα, εικοσάρικα, τάλιρα, 37.77 τόνοι. Πλήρωσαν μόνο 104 χρυσές λίρες!) και πήραν ασήμι 18μιση τόνους. Από τα 2δραχμα, 1δραχμα, 20λεπτα, 10λεπτα πήραν 64.5 τόνους. Πλήρωσαν μόνο 5μιση χρυσές λίρες (!!!) και πήραν συνολικά 73 τόνους χαλκού.
• Με τις δημεύσεις: Το 10% της αγροτικής παραγωγής. – Επιτάξεις: Σχολεία, νοσοκομεία, ξενοδοχεία, οικήματα. – Κατασχέσεις: Μέσα συγκοινωνίας και μεταφοράς: Σιδηρόδρομοι, πλοία, αυτοκίνητα, ποδήλατα, ακόμη και ζώα, άλογα, μουλάρια, γαϊδουριά.
• Με τις αμέτρητες αρπαγές και ληστείες οικιών, καταστημάτων, σε όλη την Ελλάδα.
Σε έκθεσή τους Γερμανοί ιστορικοί, που λόγω αλληλεγγύης συμπαραστέκονται στο Εθνικό Συμβούλιο παραθέτουν ορισμένες από τις λεηλασίες του ορυκτού πλούτου της Ελλάδας.
«Πράγματι οι Γερμανοί Ναζί καταλήστεψαν την Ελλάδα. Έως τις αρχές Ιουνίου 1943 ήταν αποθηκευμένες στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης τεράστιες ποσότητες από τα μέταλλα χρώμιο, ψευδάργυρο, κασσίτερο, χαλκό, μόλυβδο, έτοιμο να σταλούν στη Γερμανία. Επιπρόσθετα οι διευθυντές των γερμανικών βιομηχανιών έβαλαν κάτω από τον έλεγχο τους όλη την παραγωγή σε βιομηχανικά μέταλλα αυτής της χρονιάς, όπως βωξίτη, μαγγάνιο, νικέλιο, μολυβδαίνιο, και σιδηροπυρίτη. Έτσι η αξία όλων αυτών των πρώτων υλών της χρονιάς, που μεταφέρθηκαν στη Γερμανία, ανέβηκε στο ποσό από 45 σε 50 εκατ. γερμανικά μάρκα.
Όμως δεσμεύτηκαν και μεταφέρθηκαν στη Γερμανία ακόμη και τεράστιες ποσότητες πετρελαίου και κάρβουνου (10,000 τόνοι), καθώς επίσης και τα σημαντικότερα αγροτικά εξαγώγιμα προϊόντα, ανάμεσα στα οποία:

• 71.000 τόνοι σταφίδες,
• 18.000 τόνοι ελαιόλαδο,
• 7.000 τόνοι βαμβάκι,
• 3.500 τόνοι ζάχαρη,
• 3.000 τόνοι ρύζι, και
• 305 τόνοι κουκούλια μεταξιού.
• Πέρα απ’ αυτά οι επιφορτισμένοι αξιωματικοί για τα οικονομικά κατέσχεσαν τα μηχανήματα της πολεμικής βιομηχανίας του Μποδοσάκη και μεγάλο μέρος των τραίνων του ΟΣΕ.

Η σημαντικότερη όμως λεία ήταν ο καπνός. Κάτω από τη διεύθυνση του διευθυντή της καπνοβιομηχανίας Reemtsma Otto Lose, που λειτουργεί ακόμη, κατασχέθηκε και μεταφέρθηκε στη Γερμανία όλη η παραγωγή ανατολίτικου καπνού των ετών 1939 και 1940. Επρόκειτο για 85.000 τόνους ανατολίτικου καπνού αξίας 175 εκατ. γερμανικών μάρκων, που επήρκεσαν για τη γερμανική κατανάλωση μιας ολόκληρης χρονιάς. Το ποσό αυτό απέφερε για το γερμανικό δημόσιο ένα κέρδος σε φόρους της τάξεως του 1.4 δισ. γερμανικών μάρκων (RM)…»
«Έως την 1 Σεπτεμβρίου 1944 δημεύτηκαν και μεταφέρθηκαν στην Γερμανία 126.000 τόνοι χρώμιο, 91.000 τόνοι βωξίτης, 71.000 τόνοι νικέλιο, 14.000 τόνοι μαγνήσιο, 44.000 τόνοι σιδηροπυρίτης, και 71.000 τόνοι μολυβδαίνιο. Κοντά σ’ αυτά προστέθηκαν και 30.000 τόνοι ανατολίτικος καπνός, για την προμήθεια των γερμανικών εργοστασίων σιγαρέτων και πολλές άλλες αγροτικές πρώτες ύλες για τη γερμανική βιομηχανία».
ΙΙ. Το κατοχικό δάνειο
Στη συνδιάσκεψη ειρήνης της Χάγης το 1907 προστέθηκε διάταξη που ορίζει ότι οι αρχές κατοχής δικαιούνται να διενεργούν όλων των ειδών τις κατασχέσεις σε χρήμα, σε είδος ή υπηρεσίες για τις ανάγκες των στρατευμάτων κατοχής, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές θα είναι ανάλογες με τους πόρους της κατεχόμενης χώρας. Όταν οι δυνάμεις κατοχής διαπίστωσαν ότι οι υπέρογκες δαπάνες κατοχής με την λεηλασία των αγροτικών προϊόντων οδήγησαν σε πλήρη οικονομική καταστροφή την Ελλάδα και στον λοιμό του 1941-42 σε διάσκεψη εμπειρογνωμόνων στην Ρώμη αποφάσισε η Ιταλία και Γερμανία να υπογράψει στη Ρώμη στις 14.3.1942 με ισχύ από 1.1.1942, ερήμην της Ελλάδας, δανειακή σύμβαση, την οποία απλώς ανακοίνωσαν στην ελληνική κυβέρνηση 9 μέρες αργότερα. Σύμφωνα με το άρθρο 2 της σύμβασης η ελληνική κυβέρνηση είχε την υποχρέωση να καταβάλει στις δυνάμεις του άξονα, για έξοδα κατοχής 1,5 δις δραχμές ετησίως, ενώ κατά
το άρθρο 3 οι αναλήψεις από την τράπεζα της Ελλάδας, πέραν του ποσού αυτού θα χρεώνονταν στις κυβερνήσεις της Γερμανίας και Ιταλίας και θα ήταν άτοκες. Στις 2.12.1942 υπέγραψε την σύμβαση αυτή και η ελληνική κυβέρνηση και το αναγκαστικό δάνειο έγινε με την πράξη αυτή από αναγκαστικό κανονικό. Ο δανεισμός σταματά την 1.4.1943, οπότε και αρχίζει η άτοκη επιστροφή το δανείου. Ωστόσο οι δαπάνες κατοχής αυξάνονται από 1,5 δις σε πάνω από 8 δις δραχμές. Η ναζιστική Γερμανία κατέθεσε προς είσπραξη στο υπουργείο Οικονομικών δυο επιταγές τον Μαϊο και τον Ιούλιο του 1944. Το δάνειο αυτό έγινε τελικά έντοκο, λόγω υπερημερίας. Διάφοροι υπολογισμοί από οικονομολόγους ανεβάζουν το ποσό του δανείου σε 320 δις Ευρώ, όσο περίπου είναι και το χρέος. Με την πάροδο του χρόνου το ποσό αυτό φυσικά αυξάνεται, εφόσον είναι έντοκο.

Η Γερμανία δεν επέστρεψε ποτέ το κατοχικό δάνειο, χρησιμοποιώντας ως επιχειρήματα: α) το ότι η υποχρέωσή της εξαντλήθηκε με την καταβολή των 115 εκατ. μάρκων, β) το ότι η συμφωνία του 1990 των 4+2 χωρών δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συνθήκη ειρήνης, γ) το ότι η Ελλάδα υποστηρίχθηκε να εισέλθει το 1981 στην τότε Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση), δ) το ότι στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έλαβε χρηματική βοήθεια από τη Γερμανία μέσω των επιχορηγήσεων και των επιδοτήσεων και δ) το ότι κάθε προσπάθεια αναθέρμανσης του συγκεκριμένου ζητήματος οδηγεί σε φόρτιση και πόλωση τις δύο χώρες.
Ο ισχυρισμός της Γερμανίας ότι είναι η κύρια χώρα παροχής κοινοτικών ενισχύσεων προς την Ελλάδα απορρίφθηκε από την Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις
27/9/1995, η οποία και ξεκαθάρισε ότι οι ενισχύσεις δίνονται από τον κοινοτικό προϋπολογισμό, που χρηματοδοτείται από ιδίους πόρους και όχι από οποιοδήποτε κράτος-μέλος. Από διάφορα ντοκουμέντα που παραθέτει η γερμανική κυβέρνηση, χρεώνεται η Ελλάδα ότι συνολικά σε χρήμα και είδος σε 2 περίπου δισ. Ευρώ. Αν ισχύει αυτός ο ισχυρισμός τότε η Γερμανία έχει επιστρέψει, σχετικά με τις επανορθώσεις μόνο ένα απειροελάχιστο ποσό, μπροστά στον όγκο των δικών της υποχρεώσεων απέναντι στην Ελλάδα.

ΙΙΙ. Οι αποζημιώσεις των θυμάτων και η περίπτωση του Διστόμου
Το 1997 η ολομέλεια του Πρωτοδικείου της Λιβαδειάς επιδίκασε να πληρώσει η Γερμανία στα θύματα και τους συγγενείς των θυμάτων του Διστόμου, 28 εκατομμύρια Ευρώ. Η Γερμανία προέβη σε έφεση και το θέμα παραπέμφθηκε στον Άρειο Πάγο.
Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την απόφασή της 11/2000, δέχτηκε με συντριπτική πλειοψηφία 16-4 ότι η Γερμανία δεν καλύπτεται από το προνόμιο της ετεροδικίας. Όμως το Α’ Τμήμα του ανωτάτου δικαστηρίου, υπό την προεδρία του προέδρου του Αρείου Πάγου Στ. Ματθία (είχε μειοψηφήσει στην υπόθεση του Διστόμου), στέλνει την υπόθεση των γερμανικών αποζημιώσεων προς τελική κρίση στο ΑΕΔ.
Την ορθότητα της υπ’ αριθ. 11/2000 απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, της σχετικής με τις οφειλόμενες από την Γερμανία πολεμικές αποζημιώσεις, έθεσε υπό αμφισβήτηση το Α’ Τμήμα του Δικαστηρίου υπό την προεδρία του κ. Ματθία. Με την 210/2001 απόφασή του παρέπεμψε το θέμα της ετεροδικίας στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, το οποίο, όπως και αναμενόταν, αποφάσισε ότι η Γερμανία δικαιούται προστασίας, δηλαδή ετεροδικίας.
Πρέπει να επισημανθεί ωστόσο ότι ανεξαρτήτως της απόφασης του ΑΕΔ, δεν πρόκειται να αμφισβητηθεί το δικαίωμα των συγγενών των θυμάτων της σφαγής του Διστόμου να διεκδικήσουν πολεμικές επανορθώσεις για τα εγκλήματα των ναζί καθώς αυτό έχει αναγνωριστεί με την τελεσίδικη απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Η ετυμηγορία του ΑΕΔ θα επηρεάσει τις εκκρεμείς δίκες με τις οποίες εγείρονται θέματα αποζημιώσεων που πρέπει να καταβάλει η Γερμανία.

Στο μεταξύ το Ανώτατο Δικαστήριο της Ιταλίας σε μια ανάλογη απόφαση που αφορούσε το χωριό της Ιταλίας Civitella, αποφάσισε το 2008 ότι τα θύματα του χωριού δικαιούνται αποζημίωσης. Η Γερμανία άσκησε έφεση τον Δεκέμβριο του 2009 και η υπόθεση κατέληξε προς εκδίκαση στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.
Η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης στις 3 Φεβρουαρίου 2012, είναι υπέρ της ετεροδικίας, δηλαδή υπέρ της Γερμανίας. Όμως κι εδώ ακόμη δεν σταματούν οι διεκδικήσεις, γιατί πέρα από το γεγονός ότι το κράτος πρέπει να τις διεκδικήσει, ισχύει πάντοτε το ηθικό και πολιτικό θέμα, αλλά ακόμη και νομικό, γιατί το στις 22 Οκτωβρίου 2014 το Συνταγματικό Δικαστήριο της Ιταλίας, έβγαλε ιστορική απόφαση που αμφισβητεί ευθέως ότι τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, υπάγονται στην ετεροδικία.
Παραμένουν ωστόσο ανοιχτές οι άλλες απαιτήσεις, δηλαδή οι αποζημιώσεις για τις υλικές υποδομές και οι διεκδικήσεις για το κατοχικό δάνειο και τους αρχαιολογικούς θησαυρούς.
Αυτές ρυθμίζονται διακρατικά. Δηλαδή πρέπει να τις ζητήσει η ελληνική κυβέρνηση.

Το κατοχικό δάνειο είναι μια συμβατική υποχρέωση της Γερμανίας, την οποία ο ίδιος ο Χίτλερ αναγνώρισε. Μάλιστα επί Χίτλερ δόθηκαν δύο μικρές δόσεις.
ΙV. Η λεηλασία των πολιτιστικών αγαθών της Ελλάδας από τους Ναζί
Οι καταστροφές και οι κλοπές αρχαιοτήτων από τους Γερμανούς Ναζί κατά την διάρκεια της Κατοχής στην Ελλάδα (1941-1944) αποτελεί άλλο ένα κεφάλαιο εγκλημάτων των ναζιστικών στρατευμάτων κατοχής. «Για τους Γερμανούς, όλα τα μνημεία ήταν ουρητήρια και κατά προτίμηση το εσωτερικό του Παρθενώνα». Έτσι καταλήγει ο ειδικός τόμος που εξεδόθη το 1946 από το υπουργείο Παιδείας με τίτλο «Ζημίαι των αρχαιοτήτων εκ του πολέμου και των στρατευμάτων κατοχής». Εκεί καταγράφονται αναλυτικότατα οι κλοπές ελληνικών αρχαιοτήτων από τα μουσεία, οι λαθρανασκαφές, οι καταστροφές και οι ζημιές μνημείων από τους Ναζί.
Τα γερμανικά, ιταλικά και βουλγαρικά στρατεύματα αποδείχθηκαν ορδές «νέων Έλγιν», που κατέκλεψαν ανεκτίμητης αξίας αρχαιότητες. Οι περισσότερες εξ αυτών στάλθηκαν στη Γερμανία, στην Αυστρία και σε άλλες χώρες. Κάποιες εκτέθηκαν ακόμα και σε μουσεία, ενώ οι πιο πολλές παραμένουν άγνωστο πού βρίσκονται. Ελάχιστες έχουν επιστραφεί στην Ελλάδα. Εκτός από την έκδοση του υπουργείου Παιδείας υπάρχει αυτή του υπουργείου Ανοικοδομήσεως το 1947 του Κωνσταντίνου Δοξιάδη, με τίτλο «Θυσίες της Ελλάδος, αιτήματα και επανορθώσεις στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο», και την έκθεση του βρετανικού υπουργείου Πολέμου («Works of Art in Greece. Losses and Survivals», War Office).
Τις πλέον λεπτομερείς καταγραφές είχε συλλέξει το υπουργείο Παιδείας, από τις καταγραφές που είχαν κάνει καθ’ όλη την διάρκεια της κατοχής κυρίως αρχαιολόγοι. Από αυτές αποδεικνύεται περίτρανα ότι το Γ’ Ράιχ, αλλά και οι άλλες κατοχικές δυνάμεις, ήταν «στρατός αρχαιοκαπήλων». Σύμφωνα με τον τόμο του υπουργείου Ανοικοδομήσεως, «όλους σχεδόν τους αρχαιολογικούς τόπους τούς κατέλαβαν οι δυνάμεις του εχθρού και σε πολλούς προκάλεσαν σημαντικές καταστροφές, γιατί έκλεψαν, κατέστρεψαν, έκτισαν πυροβολικά και έργα, χωρίς να σέβονται τίποτε. Οι Γερμανοί προκάλεσαν καταστροφές σε 87 αρχαιολογικούς ή ιστορικούς χώρους, οι Ιταλοί σε 39 και οι Βούλγαροι σε 3. Σήμερα, μερικοί σημαντικοί αρχαιολογικοί τόποι, όπως της Βάρης, της Δημητριάδος ή του Παλαιοκάστρου Κρήτης, δεν υπάρχουν». Και συνεχίζει: «Έγιναν, όμως, και αυθαίρετες ανασκαφές, που προκάλεσαν την καταστροφή και την κλοπή αρχαιολογικών θησαυρών. Ο,τι βρήκαν στις ανασκαφές αυτές, οι κατακτητές το πήραν μαζί τους και μας μένει ακόμα άγνωστο.
Τέτοιες καταστροφές έγιναν από Γερμανούς σε 24 τόπους και από Ιταλούς σε 2. Σημαντικές ήταν και οι κλοπές αρχαιολογικών θησαυρών και από τους Βούλγαρους, εκτός από τους δύο προαναφερόμενους. Οι Γερμανοί, ειδικότερα, έκλεψαν αρχαιότητες από 42 μουσεία ή αρχαιολογικούς χώρους (σ.σ.: αρχαιολογικές συλλογές, αγάλματα, ανάγλυφα, νομίσματα, χρυσοί στέφανοι, ιερά σκεύη κ.λπ.). Οι Ιταλοί έκλεψαν αρχαιότητες από 33 μουσεία ή αρχαιολογικούς χώρους. Οι Βούλγαροι από 9 μουσεία ή αρχαιολογικούς χώρους και μοναστήρια». Τέλος, λεηλατήθηκαν, καταστράφηκαν, αλλά και υπέστησαν τεράστιες ζημιές πολλές βυζαντινές αρχαιότητες και σπάνια ντοκουμέντα. Και βέβαια, κυρίως εκκλησίες. Εκτιμάται ότι καταστράφηκαν 15 μοναστήρια, μεταξύ των οποίων τα ιστορικής σημασίας Αγίας Λαύρας και Μεγάλου Σπηλαίου, καθώς και 300 εκκλησίες, με έργα μεγάλης αξίας.
V. Η καταβολή εκ μέρους της Γερμανίας 115 εκατομμυρίων μάρκων
Ένα από τα βασικά επιχειρήματα της Γερμανίας ότι το ζήτημα έχει κλίσει είναι η καταβολή εκ μέρους της Γερμανίας 115 εκατ. μάρκων. Η αλήθεια είναι πως για να επιτύχουν την αποφυλάκιση του δημίου των 60.000 περίπου Εβραίων της Θεσσαλονίκης Μαξ Μέρτεν, ο οποίος το 1959 είχε καταδικαστεί σε 25 χρόνια φυλάκιση και για να εξασφαλίσουν την αποφυλάκισή του, η γερμανική κυβέρνηση κατέβαλε 115 εκατ. μάρκα ως αποζημίωση, την οποία «δικαιούνται Έλληνες υπήκοοι διωχθέντες από 6 Απριλίου μέχρι τέλους του 1945, υπό οργάνων του γερμανικού Εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς ή αντιθέσεως προς την εθνικοσοσιαλιστικήν κοσμοθεωρίαν». Δηλαδή για αποζημίωση κυρίως των Εβραίων θυμάτων του Γ΄Ράιχ. Με την καταβολή αυτού του ποσού θεώρησε η γερμανική κυβέρνηση ότι έκλεισε το θέμα. Όμως σε επιστολή του (αποτελεί μέρος της συμφωνίας) προς τον υπουργό Εξωτερικών της Γερμανίας ο Έλληνας πρέσβης στη Βόννη Θωμάς Υψηλάντης αναφέρει: « “Η Ελλάδα”, επιφυλάσσεται εντούτοις, όπως προβάλει νέας απαιτήσεις, αίτινες προέρχονται εξ εθνικοσοσιαλιστικών μέτρων διώξεως κατά την διάρκεια του πολέμου και της κατοχής».
Έκτοτε καμία γερμανική κυβέρνηση δεν αναφέρθηκε στην υπόθεση αυτή για να ισχυριστεί ότι το θέμα έχει κλείσει. Επειδή στο θέμα αυτό υπάρχει σύγχυση είναι επιβεβλημένο να παραθέσουμε τι ισχυρίστηκε η ίδια η γερμανική κυβέρνηση, όταν έγινε επερώτηση στην γερμανική βουλή στις 6.2.2016 για το θέμα από το κόμμα της Αριστεράς της Γερμανίας Die Linke. Η απάντηση της γερμανικής κυβέρνησης λέει επί λέξει τα εξής: «Μια επίσημη, οριστική παραίτηση της Ελληνικής Κυβέρνησης από την άσκηση αξιώσεων επανορθώσεων δεν είναι γνωστή στην Ομοσπονδιακή κυβέρνηση». (βλ. Δαμιανός Βασιλειάδης, οι οφειλές της Γερμανίας προς την Ελλάδα, εκδ. «Γόρδιος», Αθήνα 2015, σ. 187-196). H άρνηση της Γερμανίας να καταβάλει αποζημιώσεις βασίζεται σε άλλα επιχειρήματα, που το πνεύμα τους εκφράζεται σε μια ανακοίνωση του υπουργείου Εξωτερικών της Γερμανίας την 1η Απριλίου 2012:
«Η Γερμανία κατέβαλε από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, στο πλαίσιο της Συμφωνίας του 1946 για την Διασυμμαχική Υπηρεσία Αποζημιώσεων των Παρισίων, αποζημιώσεις και για την Ελλάδα και στήριξε την χώρα έμπρακτα στην ανοικοδόμησή της. Εξήντα πέντε χρόνια μετά το τέλος του Πολέμου και έπειτα από δεκαετίες ειρηνικής, γεμάτης εμπιστοσύνης, συνεργασίας της Γερμανίας με την Ελλάδα και στενής σχέσης μας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ, το ερώτημα των αποζημιώσεων από την σκοπιά της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης δεν αποτελεί πλέον θέμα».

H παραπάνω δήλωση αλλά και άλλες πρόσφατες δηλώσεις Γερμανών πολιτικών και αξιωματούχων, αποσιωπά τελείως την υποχρέωση της Γερμανίας να πληρώσει το αναγκαστικό κατοχικό δάνειο και αποφεύγει να αναφέρει συγκεκριμένα τι και πότε η Γερμανία πλήρωσε για τις πολεμικές αποζημιώσεις στο πλαίσιο της Συμφωνίας των Παρισίων του 1946.
VI. Οι πραγματικές απώλειες των Ελλήνων κατά την κατοχή σε σύγκριση με άλλες χώρες:
Μια άγνωστη πλευρά της προσφοράς αίματος των Ελλήνων στον αγώνα κατά των Ναζί:
Σύμφωνα με υπολογισμούς του Εθνικού Συμβουλίου οι απώλειες των Ελλήνων πολιτών δεν είναι 300.000, όπως τις εκτιμά ο Ερυθρός Σταυρός, αλλά 1.106.922. Αυτός ο αριθμός αναγράφεται στη Μαύρη Βίβλο, που εξέδωσε το Εθνικό Συμβούλιο.

Ο υπολογισμός γίνεται με βάση τον πληθυσμό που είχε η Ελλάδα το 1940, ο οποίος ανερχόταν στα 7.344.860 άτομα, το 1944 κατήλθε στα 6.805.000 και το 1947 στα 7.367.405, ενώ έπρεπε να ξεπεράσει τα 8.500.000.
Από γερμανικής πλευράς, δηλαδή με γερμανικές πηγές, τα θύματα ανέρχονται στις 520 χιλιάδες, γιατί οι Γερμανοί υπολόγιζαν τον πληθυσμό της Ελλάδας το 1940 σε 6.993 εκατομμύρια. Αυτά με βάση τα γερμανικά ντοκουμέντα. Οι απώλειες της Ελλάδας, είτε με τους υπολογισμούς του Εθνικού Συμβουλίου, είτε με τους υπολογισμούς των Γερμανών, ήταν με την αναγωγή τους σε ποσοστά: 13,5%.
Επίλογος
Από τα παραπάνω είναι σαφές πως η δήλωση της Γερμανίας ότι «το ερώτημα των αποζημιώσεων από την σκοπιά της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης δεν αποτελεί πλέον θέμα», είναι ωμή και κυνική άρνηση της να αναγνωρίσει τις υποχρεώσεις της προς την Ελλάδα. Η Γερμανία εκμεταλλεύεται την σημερινή κατάσταση της, όπως έχει εκμεταλλευτεί από τον πόλεμο μέχρι σήμερα την δύναμη της απέναντι στην Ελλάδα και τις απαράδεκτες υποχωρήσεις Ελλήνων πολιτικών, εφαρμόζοντας τον νόμο της ισχύος και όχι την ισχύ του νόμου. Παλιά ισχυριζόταν ότι είναι νωρίς για να συζητήσουμε το θέμα και τώρα, μετά την παρέλευση τόσων χρόνων, είναι αργά.
Με την επανασύσταση της Διακομματικής Επιτροπής της βουλής, που αποφασίστηκε στις 10.3.2015, η διεκδίκηση των γερμανικών οφειλών ψηφίστηκε από όλα τα κόμματα της ελληνικής βουλής, που αποτελεί ένα τεράστιο βήμα προώθησης του ύψιστου αυτού εθνικού θέματος, όμως η όλη υπόθεση έμπλεξε πάλι στα γρανάζια των διακρατικών μας σχέσεων με την Γερμανία, ένα θέμα για το οποίο θα χρειαζόταν ιδιαίτερη μνεία.
Η Γερμανία δεν σταμάτησε τις δόλιες μεθοδεύσεις της να αποδυναμώσει και τελικά να ακυρώσει τις διεκδικήσεις με την δημιουργία του Ελληνογερμανικού Ταμείου για το Μέλλον και το Ελληνογερμανικό Ίδρυμα Νεολαίας. Κάποιοι κύκλοι στην Γερμανία επιδιώκουν συμφιλίωση χωρίς αποζημίωση και χρησιμοποιούν διάφορα μέσα κατά καιρούς για την επιτυχία του σκοπού αυτού. Ανάμεσα σ’ αυτά συγκαταλέγεται και η εξαγορά των μαρτυρικών δήμων και κοινοτήτων και όχι μόνο.
Εμείς από μέρους του Εθνικού Συμβουλίου τους απαντούμε ότι χωρίς απόδοση δικαιοσύνης και αποζημιώσεις δεν μπορεί να επέλθει κάθαρση για την ανείπωτη τραγωδία της κατοχής. Στο πνεύμα αυτό θεωρούμε ότι μια νέα ρηματική διακοίνωση είναι το πρώτο βήμα προς την σωστή κατεύθυνση, καθώς και η κατάργηση του νόμου 923 της πολιτικής δικονομίας, που επιτρέπει στον υπουργό Δικαιοσύνης να καταργεί αυθαίρετα τελεσίδικες αποφάσεις του Αρείου Πάγου, όπως είναι αυτή που αφορά το Δίστομο.

Σημείωση:
Σ’ αυτά τα ποσά δεν περιλαμβάνονται φυσικά οι απαιτήσεις των θυμάτων και των συγγενών των θυμάτων, όπως και οι πολιτιστικοί θησαυροί, που αποτελούν ξεχωριστά θέματα. Υπάρχει μόνο η απόφαση του Αρείου Πάγου για το Δίστομο, που ανερχόταν σε 28 εκατ. Ευρώ. Σήμερα το ποσό αυτό με τους τόκους έχει αυξηθεί.
Με βάση το τελικό πόρισμα της Διακομματικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για τη διεκδίκηση των οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα στις 28 Ιουλίου 2016, οι συνολικές απαιτήσεις της Ελλάδας ανέρχονται σε 309.498.827.179,51 ευρώ. Σ’ αυτήν περιλαμβάνονται και οι απαιτήσεις από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ύψους 9.189.270.837 ευρώ. Η τεκμηρίωση αυτή βασίζεται σε έκθεση της Ειδικής Επιτροπής του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (ΓΛΚ) με ημερομηνία 30.12.2014 και του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΝΣΚ), με ημερομηνία 31.1.2014. Ωστόσο υπάρχει από μέρους της Διακομματικής Επιτροπής και μια πιο συντηρητική αποτίμηση των οφειλών, που αποτιμά την συνολική απαίτηση σε 269.547.005.854 ευρώ.
Σημειωτέον ότι ο ανωτέρω προσδιορισμός ΔΕΝ περιλαμβάνει τις απαιτήσεις για αποζημιώσεις από την απώλεια ανθρωπίνων ζωών ή αναπηριών κ.λπ.

Για περισσότερα στο βιβλίο μου: Οι οφειλές της Γερμανίας προς την Ελλάδα με υπότιτλο: Το Δίκτυο του Εθνικού Συμβουλίου διεκδίκησης των οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα στην Γερμανία, εκδ. «Γόρδιος», Αθήνα 2015, στο οποίο περιλαμβάνονται εκτός από την καταγραφή των θεμάτων που σχετίζονται με την όλη ιστορία του θέματος των οφειλών και της συνολικής δράσης του Εθνικού Συμβουλίου στην Ελλάδα, στην Γερμανία και διεθνώς, και τα πρόσφατα ντοκουμέντα.