Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2016

Η πρόκληση κατοχής ευρωπαϊκού εδάφους

Occupied European soil
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής
Παντείου Πανεπιστημίου
Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών
ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΤΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΝΑ ΣΥΝΕΝΝΟΗΘΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΓΙΑ ΤΗ ΧΑΡΑΞΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Είναι αδιανόητο και πολιτικά παράλογο μια χώρα, που διεκδικεί την ένταξή της στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα, να κατέχει βιαίως και παρανόμως τμήμα του ευρωπαϊκού εδάφους, όπως είναι η κατεχόμενη βόρεια περιοχή της Κύπρου.
Εμείς διευκολύνουμε τους Ευρωπαίους, που θέλουν να έχουν καλές σχέσεις με την Τουρκία και αν από εμάς δεν τίθεται το ζήτημα, γιατί να το θέσουν οι Ευρωπαίοι
Εδώ και πολλά χρόνια, θα λέγαμε ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, ετέθη το θέμα των σχέσεων Τουρκίας - Ευρώπης, όχι μόνο ως προς τη δυνατότητα της Τουρκίας να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τότε Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα -ζήτημα που συζητείται ήδη από τη δεκαετία του 1960 και που με την ελληνική ένταξη το 1981 εντατικοποιήθηκε από πλευράς Άγκυρας-, αλλά κυρίως ενόψει του ενδεχομένου να επηρεαστεί η λύση του κυπριακού προβλήματος μέσα από τη διελκυστίνδα των διαφόρων φάσεων των σχέσεων Τουρκίας - Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η λύση του Κυπριακού εκ των πραγμάτων ετίθετο στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της Τουρκίας, όχι μόνο ως προτεραιότητα, αλλά και ως θετική συνέπεια για την Κύπρο μιας τέτοιας διαδικασίας.
Φυσικά η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν προτίθεται να εντάξει στους κόλπους της την Τουρκία, αλλά το τουρκικό πολιτικό σύστημα, ανεξαρτήτως του ποιος κυβερνά τη χώρα, προσανατολίζεται σταθερά, από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 προς την Ευρώπη, ενώ είναι γνωστό πως μια θεμελιώδης αρχή του Κεμαλισμού προβλέπει τη δυτική ενσωμάτωση του τουρκικού πολιτικού συστήματος.
Στο πλαίσιο αυτής της σταθερής και αέναης διαπραγμάτευσης μεταξύ Τουρκίας και Ευρώπης, το Κυπριακό επανέρχεται, είτε επίσημα και τυπικά είτε άτυπα, ως ένα ζήτημα που άπτεται -εκ των πραγμάτων- του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της Τουρκίας. Τούτο, γιατί αφενός μεν είναι αδιανόητο και πολιτικά παράλογο μια χώρα που διεκδικεί την ένταξή της στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα να κατέχει βιαίως και παρανόμως τμήμα του ευρωπαϊκού εδάφους, όπως είναι η κατεχόμενη βόρεια περιοχή της Κύπρου.
Το ζήτημα που τίθεται και επανέρχεται κατά καιρούς δεν αφορά μόνο στο τουρκικό πολιτικό θράσος να διεκδικεί την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή την αναβάθμιση των σχέσεών της με αυτήν, ενώ παράλληλα διατηρεί χωρίς κόστος και διεθνείς κυρώσεις αυτήν την παρανομία εις βάρος της Κύπρου και της Ευρώπης, αλλά την ίδια στιγμή ούτε η Κύπρος η ίδια, και φυσικά ούτε η Ευρώπη, θέτουν σε οποιοδήποτε επίπεδο αυτό το θέμα. Εμείς διευκολύνουμε τους Ευρωπαίους, που θέλουν να έχουν καλές σχέσεις με την Τουρκία, και αν από εμάς δεν τίθεται το ζήτημα, γιατί να το θέσουν οι Ευρωπαίοι;
Στην πραγματικότητα νομιμοποιούμε μια διεθνή παρανομία με τη στάση μας και δεν αξιοποιούμε τη δυνατότητά μας να αντιδράσουμε, κερδίζοντας έτσι και σε επίπεδο διαπραγμάτευσης. Όπως έχουν εξελιχθεί τα πράγματα σήμερα, εξαιτίας της δικής μας απραγούς στάσης, η διαπραγμάτευση τίθεται μεταξύ Αναστασιάδη - Ακιντζί, ωσάν να μην έχει συμβεί τίποτε στα κατεχόμενα, δηλαδή ωσάν να μην έχει καμία ευθύνη η Τουρκία για την εισβολή και κατοχή της βόρειας περιοχής της Κύπρου.
Εκείνο που σημειώνουμε εν προκειμένω είναι ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να αξιοποιηθεί ως διαπραγματευτικό ατού για τη δική μας πλευρά, έτσι ώστε να αποκαλυφθεί η πραγματική τουρκική στοχοθεσία εις βάρος της Κύπρου και ότι το Κυπριακό δεν συνιστά πρόβλημα των δύο κοινοτήτων, αλλά άπτεται προπάντων και κυρίως της στρατηγικής της Τουρκίας, που διατυπώθηκε από τη δεκαετία του 1950, να ελέγχει ολόκληρη τη μεγαλόνησο μέσω ενός πολιτικού συστήματος διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας.
Επομένως, η ευθύνη της ελληνικής πλευράς είναι σαφής και πολύπλευρη, στον βαθμό που αφενός μεν διαπραγματευόμαστε στα τυφλά και αφετέρου δεν αποκαλύπτουμε την τουρκική στρατηγική στοχοθεσία έναντι της Κύπρου, ενώ παράλληλα δεν αξιοποιούμε το ευρωπαϊκό μας πλεονέκτημα για άσκηση πίεσης έναντι της Άγκυρας από τις Βρυξέλλες. Διότι είναι σαφές πως η Ευρώπη δεν θέλει την Τουρκία στους κόλπους της και το Κυπριακό θα μπορούσε να αποτελέσει ένα ζήτημα που, εφόσον το έθετε, νομιμοποιούνται οι ενστάσεις και επιφυλάξεις της έναντι της τουρκικής ευρωπαϊκής στρατηγικής, ενώ ταυτόχρονα καθιστά το Κυπριακό ένα εν τοις πράγμασι ευρωπαϊκό πρόβλημα.
Βρισκόμαστε για μια ακόμα φορά ενώπιον του προβλήματος Αθηνών και Λευκωσίας να μη σχεδιάζουμε πολιτική, να κινούμαστε πρόχειρα αυτοσχεδιάζοντας και να χάνουμε δυνατότητες και ευκαιρίες που μας δίνει το διεθνές περιβάλλον όταν δεν το μελετούμε, δεν γνωρίζουμε τα ενδιαφέροντα και τις στρατηγικές, τόσο της άλλης πλευράς, όσο και του χώρου, στον οποίο ανήκουμε.
Το Κυπριακό πρέπει να τεθεί ως ευρωπαϊκό ζήτημα, όχι μόνο από τη Λευκωσία, αλλά κυρίως από το Βερολίνο, το Παρίσι και τις Βρυξέλλες προς την Τουρκία. Τότε κερδίζουμε, όχι μόνο διαπραγματευτικά έναντι της Άγκυρας, αλλά και επί της ουσίας ότι το Κυπριακό εξακολουθεί να παραμένει πάντοτε ένα άλυτο διεθνές ζήτημα, όπου το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για την επίλυση αυτού φέρει η Άγκυρα.
Τέλος, πρέπει να επισημάνουμε πως, ανεξαρτήτως των λαθών, αστοχιών και αδυναμιών εν γένει της κυπριακής και ελλαδικής πολιτικής σε σχέση με την ευρωπαϊκή μας παρουσία, οφείλουμε σήμερα να εκπονήσουμε στρατηγική, που μαζί με την Αθήνα να κινητοποιήσει το ευρωπαϊκό σύστημα πολιτικής διεκδικητικά απέναντι στην Άγκυρα για απόσυρση των στρατευμάτων κατοχής από ευρωπαϊκό έδαφος, δηλαδή από την κατεχόμενη Κύπρο.
Αυτό που είναι ανεξάρτητο της επίλυσης του Κυπριακού και της διαπραγμάτευσης, είναι ένα θέμα που αφορά σαφώς την Ευρωπαϊκή Ένωση και που δεν ετέθη όπως έπρεπε μέχρι τώρα από τη δική μας πλευρά, έτσι ώστε οι Ευρωπαίοι να συνειδητοποιήσουν πως η κατοχή της βόρειας περιοχής της Κύπρου είναι ένα δικό τους ευρωπαϊκό πολιτικό πρόβλημα, που αφορά όλες τις χώρες της Ένωσης άμεσα.
Επομένως είναι υποχρέωση της ηγεσίας της Κύπρου να συνεννοηθεί με την Αθήνα για τη χάραξη της πολιτικής κινητοποίησης της Ευρώπης, που να αποσκοπεί στη μεγιστοποίηση των πιέσεων προς την Άγκυρα για την απόσυρση των στρατευμάτων κατοχής. Κάτι τέτοιο, ανεξαρτήτως του αν θα επιτευχθεί ο στόχος ή όχι, αφενός ενισχύει τη διαπραγματευτική θέση της Κύπρου και, αφετέρου, θέτει την Άγκυρα σε διαρκή ευρωπαϊκή πίεση και πρόκληση διεθνούς πολιτικού κόστους.

icmu.nyc.gr