Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2016

ΟΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ "ΑΦΕΛΕΙΑ" - Οι σταθμάρχες των υποκλοπών στην Αθήνα και η ζωή μετά την CIA

Οι σταθμάρχες των υποκλοπών στην Αθήνα και η ζωή μετά την CIA

"Ο Μάικλ Φ. Ουόκερ και ο Ρίτσαρντ Έρικ Πάουντ, οι απόρρητες επιχειρήσεις και οι δικοί τους πράκτορες - Καθηγητής Πανεπιστημίου ο πρώτος, σύμβουλος ασφαλείας ο δεύτερος, ζουν στην Αμερική έχοντας αφήσει πίσω τους το κυνήγι για την 17Ν και τους Άραβες στην Αθήνα.

Σκηνή Νο 1: Είναι Μάρτιος του 2003, βράδυ Σαββάτου και στο νούμερο 91 της Λεωφόρου Βασιλίσης Σοφίας, όλα δείχνουν ήρεμα στο κτήριο που στεγάζεται η Αμερικάνικη Πρεσβεία. Δείχνουν, αλλά δεν είναι. Στον τελευταίο όροφο της πρεσβείας εκεί που στεγάζεται ο σταθμός της CIA o Μάικλ Φ. Ουόκερ σταθμάρχης της CIA στην Αθήνα είναι κάτι παραπάνω από ανήσυχος. Η άκρως απόρρητη επιχείρηση «Δίχτυ» που έχει ξεκινήσει σε στενή συνεργασία με την ΕΥΠ με σκοπό την απομάκρυνση εκρηκτικών και οπλισμού από την πρεσβεία του Ιράκ στο Ψυχικό, τον κρατάει σε συνεχή εγρήγορση και σε ανοιχτή επικοινωνία με τα κεντρικά της υπηρεσίας του στο Λάνγκλεϊ της Βιρτζίνια.
Λίγες ώρες αργότερα, πριν ο ήλιος αρχίζει να αχνοφαίνεται στον Αττικό ουρανό ο σταθμάρχης της CIA κλείνει το ασφαλές τηλέφωνο επικοινωνίας, έχοντας δεχτεί τα συγχαρητήρια των ανωτέρων του για το αίσιο τέλος της επιχείρησης.

Δίπλα του στέκονται χαμογελαστοί, κάποιοι από τους πράκτορες που πήραν μέρος στην παράτολμη αποστολή μέσα στην καρδιά της Αθήνας, συνεργαζόμενοι με επιχειρησιακά στελέχη της ΕΥΠ.

Ο ένας από αυτούς, ένας ψηλός γοητευτικός άνδρας με γαλάζια μάτια μιλάει με τον Ουόκερ για λίγα λεπτά, πριν αποχωρήσουν όλοι για τα σπίτια τους.

Το όνομά του είναι Ουίλιαμ Γ. Μπασίλ...

Σκηνή Νο2:
Το χρονικό όριο εδώ είναι σχετικά απροσδιόριστο. Εικάζεται όμως ότι η συγκεκριμένη σκηνή έλαβε χώρα αρκετούς μήνες μετά την λήξη των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, με ένα τηλεφώνημα που δέχτηκε στο κινητό του, ο διάδοχος του Μάικλ Φ. Ουόκερ στον σταθμό της CIA στην Αθήνα, ο Ρίτσαρντ Έρικ Πάουντ. Στην άλλη άκρη η φωνή ανήκε σε μέλος της Ελληνικής κυβέρνησης, το οποίο ρώτησε τον Πάουντ αν γνωρίζει τίποτε για τηλεφωνικές υποκλοπές συνομιλιών Ελλήνων πολιτικών αρχηγών και κρατικών λειτουργών που γίνονται από τον σταθμό της CIA στην Αθήνα.

Ο Πάουντ, έμπειρο στέλεχος που μέτραγε πολύ τα λόγια του, τον διαβεβαίωσε σύμφωνα με πληροφορίες ότι κάτι τέτοιο δεν γινόταν από την πλευρά των ΗΠΑ.

Μόνο που όταν έκλεισε το τηλέφωνο, κάλεσε αμέσως τον προϊστάμενο του στα κεντρικά της υπηρεσίας στο Λάνγκλεϊ και τον ρώτησε «Τι στο διάολο συμβαίνει εδώ; Παρακολουθούμε Έλληνες πολιτικούς και αξιωματούχους και εγώ δεν έχω ιδέα;»

Ιδέα όμως δεν είχε ούτε ο προϊστάμενός του, ο οποίος επικοινώνησε άμεσα με τον ομόλογό του της NSA, ρωτώντας τον τι συμβαίνει στην Αθήνα.

«Α, ναι! Θα σας λέγαμε γι' αυτό! Θυμάσαι το σύστημα παρακολούθησης νόμιμων συνακροάσεων που είχαμε για τους Ολυμπιακούς και το λογισμικό που είχαμε εγκαταστήσει. Όταν τελειώσαμε, δεν το βγάλαμε, απλά το κλείσαμε και το ανοίξαμε πάλι!».

Αυτό που επίσης δεν ήξερε ο Πάουντ, ήταν ότι αυτός που το είχε «ανοίξει» πάλι, ήταν το Νο3 του σταθμού της CIA στην Αθήνα, ένας ψηλός γοητευτικός άνδρας που επισήμως ήταν ο Β' γραμματέας περιφερειακών υποθέσεων στην πρεσβεία και το όνομά του ήταν Ουίλιαμ Γ. Μπασίλ.

Οι προαναφερθείσες σκηνές είναι ενδεικτικές του βίου και της πολιτείας δύο εξαιρετικών πρώην επιχειρησιακών στελεχών της CIA που υπηρέτησαν εκείνα τα «καυτά» χρόνια στην Αθήνα, σαν σταθμάρχες της υπηρεσίας.

Οι σταθμάρχες της CIA στην Αθήνα, ειδικά αυτοί που ήταν εδώ από τις αρχές του 2000 μέχρι τα αποκαλυπτήρια του σκανδάλου των υποκλοπών  καλύπτονταν σχεδόν από την πρώτη στιγμή της άφιξής τους στην Ελλάδα  από ένα πέπλο μυστικότητας. Κι αυτό δεν είχε να κάνει μόνο με τη ιδιότητά τους.

Η δολοφονία του Ρίτσαρντ Ουέλς εκείνο το κρύο βράδυ του Δεκέμβρη στο Ψυχικό, δυο μέρες πριν από τα Χριστούγεννα του 1975, σε μια Ελλάδα που έβραζε μετά την επταετία, δεν ξεχάστηκε ποτέ από την Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών των ΗΠΑ.

Η «17Ν» που ανέλαβε την ευθύνη θα ήταν έκτοτε η εμμονή του κλιμακίου της Αθήνας και των σταθμαρχών της CIA που έπαιρναν μετάθεση στην Ελλάδα, καλυμμένοι πάντα με διπλωματική ιδιότητα.

Ο Μάικλ Φ. Ουόκερ και ο Ρίτσαρντ Έρικ Πάουντ υπηρέτησαν στην Αθηναϊκή πρωτεύουσα, ο πρώτος από το 2002 μέχρι το 2004 και ο δεύτερος για τα επόμενα δύο χρόνια.

Τότε που άρχισε να στήνεται ξανά το περίφημο δίκτυο των υποκλοπών, με το οποίο οι Αμερικανοί παρακολουθούσαν και υπέκλεπταν τις τηλεφωνικές συνομιλίες του Κώστα Καραμανλή, του μισού υπουργικού συμβουλίου, καθώς και αυτές των αρχηγών του Στρατού αλλά και του διοικητή της ΕΥΠ.

Σήμερα οι δύο πρώην σταθμάρχες, ζουν μια άλλη ζωή, μακριά από τον «σκοτεινό» κόσμο των κατασκόπων και των όσων έκαναν όταν υπηρέτησαν στην Αθήνα.

Τότε που ήταν εγκατεστημένοι στον τελευταίο όροφο του κτηρίου της Αμερικάνικης πρεσβείας στην Ελληνική πρωτεύουσα, εκεί όπου ήταν ο σταθμός της CIA στην Αθήνα, ένας από τους μεγαλύτερους εκείνη την περίοδο στον κόσμο.
 
Μάικλ Φ. Ουόκερ: Ο καθοδηγητής και το «Δίχτυ»

Στο πανεπιστήμιο της Τζόρτζταουν η φιγούρα του Μάικλ Φ. Ουόκερ δεν είναι και τόσο προσηνής στους φοιτητές, Ο πρώην σταθμάρχης της CIA στην Αθήνα, διδάσκει ως επίκουρος καθηγητής στο συγκεκριμένο πανεπιστήμιο στο κέντρο σπουδών για την ασφάλεια, τομέας που είναι σίγουρα η ειδικότητά του.



Με σπουδές στις διεθνείς σχέσεις αλλά και την ζωολογία-εντρύφησε στην ιχθυολογία και την εντομολογία-στο πανεπιστήμιο του Οχάιο, ξεκίνησε μια καριέρα στην CIA, η οποία τον οδήγησε σε πολύ υψηλές θέσεις.

Ήταν ένας εξαιρετικός επιχειρησιακός πράκτορας, που δεν δίσταζε να πάρει κρίσιμες αποφάσεις μέσα σε δευτερόλεπτα και να φέρει σε πέρας δύσκολες αποστολές σε «καυτά» για την CIA εδάφη.

Ένα από αυτά ήταν το Αφγανιστάν στα μέσα της δεκαετίας του '80, εκεί όπου η CIA έστησε την μεγαλύτερη κρυφή επιχείρηση της ιστορίας της, αναλαμβάνοντας να εξοπλίσει με οπλισμό τους Αφγανούς αντάρτες, που μάχονταν τους Ρώσους εισβολείς.

Εκεί γνωρίσθηκε και με τον θρυλικό Γκαστ Αβράκωτο, τον ελληνοαμερικανό πράκτορα που έγραψε την δική του πολύ ξεχωριστή ιστορία στους κόλπους της CIA, ο οποίος δρούσε σχεδόν αυτόνομος.  

Μετά από μια δεκαετία δράσης ο Ουόκερ ορίσθηκε το 1990 αρχηγός των επιχειρήσεων στο κέντρο αντιτρομοκρατικών ενεργειών, ενώ το 2000 έγινε αναπληρωτής διευθυντής του κλάδου ειδικών επιχειρήσεων για όλο τον κόσμο, θέση που κράτησε για δύο χρόνια.

Ακολούθησαν ο Λίβανος και η Βηρυτός, ενώ επέστρεψε στο Αφγανιστάν λίγο πριν αναλάβει τον σταθμό της Αθήνας, έναν από τους πλέον σημαντικούς για τις ΗΠΑ εκείνη την περίοδο.  
Η μετάθεση στην ελληνική πρωτεύουσα, όπου και ανέλαβε σταθμάρχης της CIA, έφερε υπό τις διαταγές του μια πλειάδα επιχειρησιακών πρακτόρων, κάποιοι από τους οποίους έγιναν γνωστοί χρόνια μετά.

Ανάμεσα σε αυτούς ήταν ο πασίγνωστος πλέον Τζον Κυριάκου και η μετέπειτα «σκιά» του Καραμανλή Ουίλιαμ Μπασίλ η Βασίλης Βασιλειάδης.

Ο Ουόκερ είχε επικεντρώσει την δουλειά του στο κομμάτι της εγχώριας τρομοκρατίας στην Ελλάδα και στα παρακλάδια της διεθνούς, δίνοντας όμως έμφαση στο κυνήγι της 17Ν, για την οποία ο σταθμός της CIA είχε μια λίστα με είκοσι περίπου πρόσωπα, κάποια από τα οποία αποδείχτηκαν μέλη της οργάνωσης.

Το βράδυ της 29ης Ιουνίου, όταν ειδοποιήθηκε για την έκρηξη της βόμβας στα χέρια του Σάββα Ξηρού, αποδείχτηκε ότι ήταν ένα από αυτά που σημάδεψαν την ζωή του.

Τις επόμενες εβδομάδες, μαζί με τους πράκτορες του σταθμού, έμειναν μερόνυχτα άγρυπνοι, συνομιλώντας, δρώντας και ανταλλάσσοντας πληροφορίες με την ΕΥΠ και την Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία.

Η επόμενη μεγάλη επιτυχία του, ήταν η εκτέλεση της επιχείρησης «Δίχτυ» σε αγαστή συνεργασία με την ελληνική Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών, που αφορούσε την απομάκρυνση δεκάδων κιλών εκρηκτικών και οπλισμού από την πρεσβεία του Ιράκ.

Εκεί όπου ο Ουίλιαμ Γ. Μπασίλ φέρεται να είχε στρατολογήσει δύο τουλάχιστον μέλη του προσωπικού της πρεσβείας, που τον πληροφόρησαν για τα όσα υπήρχαν σε ειδικό χώρο του κτηρίου.

Πληρώνοντας αδρά από τα «μαύρα» κονδύλια τους δύο Ιρακινούς η άκρως απόρρητη επιχείρηση κινητοποίησε CIA και ΕΥΠ, οι οποίες επιστράτευσαν για την περίπτωση τους καλύτερους πράκτορες που είχαν.

Η επιτυχής έκβασή της εκτίναξε την καριέρα του Ουόκερ, που έφυγε από την Αθήνα το 2004 και μέχρι την συνταξιοδότησή του από την CIA  το 2010, ήταν διευθυντής του τομέα Μέσης Ανατολής και Νοτίου Ασίας, του μεγαλύτερου στην υπηρεσία.

Συνεργάστηκε πολύ στενά με τους Χέιντεν και Πανέτα-αμφότεροι διευθυντές της CIA-σε κρίσιμες επιχειρήσεις συλλογής πληροφοριών που αφορούσαν το Ιράκ, το Αφγανιστάν και άλλες χώρες του τομέα του.

Ταξίδευε συνεχώς καλυμμένος πάντοτε με διπλωματική ιδιότητα και μετά την συνταξιοδότησή του μίλησε ελάχιστες φορές δημόσια ως πρώην επιτελικός της CIA, για θέματα όπως η επιχείρηση για την εξόντωση του Οσάμα Μπιν Λάντεν και ποτέ για την δική του δράση.                                            
             
Ρίτσαρντ Έρικ Πάουντ: Ο κ. σύμβουλος            

Κοιτώντας από κοντά τον Ρίτσαρντ Έρικ Πάουντ, διαπιστώνει κάποιος ότι το εν γένει παρουσιαστικό του, παραπέμπει σε έναν απλοϊκό επαρχιώτη Αμερικάνο, και όχι σε έναν πολύ ικανό πρώην αξιωματούχο της CIA που την υπηρέτησε πιστά για πάνω από τρεις δεκαετίες.
Με καταγωγή από μια μικρή πόλη στην πολιτεία της Ιντιάνα, ο Πάουντ γεννήθηκε στις αρχές του 1950, τελείωσε το γυμνάσιο το 1968 και σπούδασε στα πανεπιστήμια του Ντεπόου και του Ιλινόις.

Επιθυμούσε διακαώς να γίνει καθηγητής ιστορίας, μέχρι την ημέρα που έμαθε ότι αυτό που ήθελε το ήθελαν και άλλοι 15.000 όμοιοί του, οπότε αποφάσισε να κοιτάξει αλλού.

Το αλλού ήταν η CIA, η χρονιά το 1976 και όπως έχει πει ο ίδιος «μόλις πέρασα την πόρτα, δεν κοίταξα ξανά πίσω». Έκανε οχτώ περάσματα σε χώρες του εξωτερικού και υπηρέτησε τέσσερις φορές ως σταθμάρχης, η μία από αυτές στην Αθήνα.

Ο Πάουντ αντικατέστησε τον Ουόκερ σαν σταθμάρχης της CIA στην εδώ πρεσβεία των ΗΠΑ τον Μάιο του 2004, λίγους μήνες πριν από τους Ολυμπιακούς αγώνες.

Έμελλε να είναι ο σταθμάρχης στα χέρια του οποίου «έσκασε» στις 4 Μαρτίου του 2005, το σκάνδαλο των τηλεφωνικών υποκλοπών μέσω του κακόβουλου λογισμικού που είχαν εγκαταστήσει οι Αμερικανοί πράκτορες με μπροστάρη τον Ελληνοαμερικανό Ουίλιαμ Γ. Μπασίλ, στο σύστημα νόμιμων συνακροάσεων της Vodafone.
                     
Ο θόρυβος και η ένταση που ξέσπασε την ημέρα που δέχτηκε το τηλεφώνημα από το μέλος της ελληνικής κυβέρνησης στον τελευταίο όροφο της Αμερικάνικης πρεσβείας, ήταν τέτοιος, που κάποια παλιά στελέχη της CIA που υπηρετούσαν εκείνο τον καιρό στην Αθήνα το θυμούνται ακόμη.

Ο Πάουντ σαν σταθμάρχης-ο έχων δηλαδή το γενικό πρόσταγμα για τις επιχειρήσεις της CIA στην Ελλάδα-δεν ήξερε το παραμικρό για το γεγονός  ότι η Αμερικάνικη πρεσβεία στην Αθήνα είχε στήσει μια άκρως απόρρητη επιχείρηση παρακολούθησης των τηλεφωνικών συνομιλιών του Έλληνα πρωθυπουργού, των πιο σημαντικών υπουργών της κυβέρνησής του και δεκάδων αξιωματούχων.

Ιδέα δεν είχε ούτε ο τότε πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα-όπως εικάζουν πρώην στελέχη των μυστικών υπηρεσιών το απροσδιόριστο της χρονικής στιγμής του τηλεφωνήματος στον Πάουντ παραπέμπει η στον Τόμας Μίλλερ η στον Τσαρλς Ρις που τον διαδέχθηκε-γεγονός πρωτοφανές για μια τέτοιου μεγέθους επιχείρηση σε ξένη χώρα.

Για τους γνώστες του θολού κόσμου των πρακτόρων ο πρέσβης των ΗΠΑ σε μια χώρα, είναι ο πρώτος τη τάξει που θα πρέπει να ενημερώνεται για μια απόρρητη αποστολή και αμέσως μετά ο σταθμάρχης της CIA.

Το ότι αυτό δεν έγινε συνιστά τεράστια παραβίαση του επιχειρησιακού πρωτοκόλλου δράσης της CIA η της NSA σε μια ξένη χώρα, και η περίπτωση της Αθήνας χαρακτηρίστηκε από πρώην στέλεχος της υπηρεσίας μοναδική ίσως στα χρονικά.

Ο Πάουντ απαίτησε και πήρε κάποιες εξηγήσεις σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες του Crash από τον Μπασίλ, που χρόνια αργότερα ταυτοποιήθηκε από τον ανακριτή κ. Δημήτρη Φούκα.

Μάλιστα, ήταν αυτός που φρόντισε να τον «εξαφανίσει» για κάποιους μήνες μετά τα αποκαλυπτήρια του σκανδάλου και μέχρι να διαπιστώσει ότι η ταυτότητα ενός από τους καλύτερους επιχειρησιακούς πράκτορες που έδρασε στην Ελλάδα θα παρέμενε μυστική.
Ο ίδιος έφυγε αθόρυβα από την Αθήνα όπως ήρθε και το τέλος της θητεία του στην CIA γράφτηκε στα κεντρικά της υπηρεσίας, στο Λάνγκλεϊ.

Παντρεμένος με μια γυναίκα που ελάχιστα γνώριζε για τη δουλειά του συζύγου της δηλώνει ευτυχισμένος παππούς οχτώ εγγονιών, ενώ μετά την CIA εργάστηκε στον ιδιωτικό τομέα με πρώτο σταθμό τον κολοσσό Raytheon.

Πρόκειται για μια εταιρία με κύριο  αντικείμενο την άμυνα, την πολεμική βιομηχανία, την ασφάλεια στον κυβερνοχώρο και πολλά άλλα, η οποία απασχολεί πάνω από 60.000 υπαλλήλους σε όλο τον κόσμο και οι πωλήσεις της το 2015 έφτασαν τα 23.000.000.000 δολάρια.
Ο Ρίτσαρντ Έρικ Πάουντ έμεινε εκεί για δύο περίπου χρόνια ως διευθυντής του προγράμματος ανάπτυξης ειδικών τεχνολογιών και επιχειρήσεων, πριν μεταπηδήσει στο Strategic Intelligence Group.

Ήταν αντιπρόεδρος από τον Νοέμβριο του 2011 μέχρι τον Απρίλιο του 2015, όταν παραιτήθηκε επιλέγοντας να δουλέψει αυτόνομα σαν σύμβουλος ασφαλείας, στον ιδιωτικό τομέα.
Λατρεύει το κυνήγι και το σαφάρι, από τότε που ως στέλεχος της CIA υπηρέτησε σε χώρες της Αφρικής, πριν αφήσει το στίγμα του στον τελευταίο όροφο της Αμερικάνικης πρεσβείας, γράφοντας και αυτός την δική του κατασκοπευτική ιστορία επί ελληνικού εδάφους.