Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2016

Η ομπρέλα του (υποψήφιου) βομβιστή: Παιδιά μεταναστών οι νέοι τρομοκράτες

Γράφει ο Άκης Κοσώνας για το  mignatiou.com. Ο Άκης Κοσώνας είναι δημοσιογράφος. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στην Αθήνα και το Παρίσι. Εργάστηκε ως πολιτικός συντάκτης στο περιοδικό «Αντί» (1983-1987) και στις εφημερίδες Μεσημβρινή, Απογευματινή, Έθνος, Βήμα, Καθημερινή. Έκανε για πολλά χρόνια ραδιόφωνο στον Αθήνα 9.84, του οποίου ήταν ιδρυτικό στέλεχος. Διετέλεσε γενικός διευθυντής της ΕΡΤ και Γ.Γ. του ΕΟΤ. Εργάστηκε στο ΑΠΕ (1996-2015), έχοντας την ευθύνη των εκδόσεων του πρακτορείου. Αρθρογραφεί στην εφημερίδα «Αγορά». 
 
Είναι δύσκολος ο εντοπισμός του υποψήφιου βομβιστή. Είναι πιό εύκολος ο εντοπισμός του δυνάμει τρομοκράτη-βομβιστή μιας και ο ίδιος δίνει στοιχεία γι’ αυτό που (πιθανόν) θα γίνει. Καταγωγή, κοινωνική (απ)ένταξη, αδυναμία (ή και άρνηση) ενσωμάτωσης στο περιβάλλον που ζει, υποβαθμισμένη οικογενειακή και προσωπική ζωή, περιθωριοποίηση.
 
Αν η πορεία αυτή ακολουθείται κανονικά, συνήθως έρχεται μια άτυπη παραβατικότητα που αργότερα διευρύνεται. Τα ποινικά της χαρακτηριστικά συχνά συμβαδίζουν (ώστε στο τέλος καλύπτονται) από αδρά στοιχεία ιδεολογίας, σημαντικό κομμάτι της οποίας αποτελεί η θρησκεία. Ο προορισμός. Αν μάλιστα ο μετεβηφικής ηλικίας άνεργος μικροπαραβάτης των Βρυξελλών και του Παρισιού ανακαλύψει εγκαίρως το Ισλάμ ως άλλοθι ενεργειών και λόγο ύπαρξης, οικοδομεί ισχυρό σύστημα αιτιολόγησης του τρόπου που ζει και δρα αφού επιλεκτικά χρησιμοποιεί τις γραφές για ερμηνευτικούς των επιλογών του λόγους. Έτσι κι αλλιώς η ένταξη σε μια κοινή υπόθεση ήταν και είναι πάντα κινητήρια δύναμη για ανθρώπους και ομάδες με συλλογική μνήμη που όμως μέχρι τη στιγμή της ένταξης, η μνήμη αυτή δεν έβρισκε εφαρμογές στην καθημερινότητα. Η οποία εξακολουθούσε να είναι από ελλιπής έως άδεια και από προβληματική ως πνιγηρή.
 
Η Γαλλία και το Βέλγιο, σε αντίθεση με άλλες δυτικές χώρες, έχουν εξαιρετικά μεγάλο αριθμό «ξένων», μεταναστών από αραβικές χώρες που δεν είναι «ξένοι», δεν πήγαν εκεί ως εργατικό δυναμικό (π.χ. Γερμανία) να δουλέψουν 5- 10 χρόνια και να επιστρέψουν στις πατρίδες τους. Εκεί γεννήθηκαν. Παιδιά μεταναστών που έψαξαν καλύτερη τύχη, από την Αλγερία, το Μαρόκο, την Τυνησία στην (πρώην δυνάστρια των χωρών τους) Γαλλία και το γαλλόφωνο Βέλγιο. Κι εκείνη, η Γαλλία, τη δεκαετία του ?60 άνοιξε τα σύνορά της, πιστή στις αρχές του ανθρωπισμού αλλά και ως μη ρητά ομολογούμενη εξιλέωση για την αποικιακή πολιτική της στη βόρειο Αφρική. Εξάλλου οι μετανάστες- «ξένοι» έμαθαν γαλλικά σχεδόν αναγκαστικά στις χώρες τους και ήταν πιο εύκολο να αναζητήσουν στέγη στη Γαλλία και το Βέλγιο παρά αλλού που δεν μιλούν γαλλικά. Πολλοί αφομοιώθηκαν ή ενσωματώθηκαν στη δυτική γαλλο- βελγική πραγματικότητα. Άλλοι δεν τα κατάφεραν ή δεν θέλησαν.
 
Τα παιδιά τους, γεννημένα από τη δεκαετία του ’80 και μετά, μπορεί να βρήκαν ευκολότερα πρόσβαση στις δυτικές κοινωνίες και τις σπουδές, αλλά και αυτά συνάντησαν δυσκολίες ενσωμάτωσης. Η συνάφεια με ανθρώπους κοινής καταγωγής και η μετατροπή περιοχών σε ιδιότυπα αραβικά γκέτο οδήγησε σε αναπαραγωγή ζωής και αρχών που δεν ήξεραν καλά, αλλά κουβαλούσαν μέσα τους ως κοινή μνήμη. Η διαδικασία αυτή οικοδόμησε καθημερινότητα κλειστών κοινωνιών οι οποίες απέκλειαν οι ίδιες πια, κάθε προοπτική ένταξης στον δυτικό τρόπο ζωής. Η αντίφαση (που εντεινόταν από την ανεργία και την περιθωριοποίηση) να υπάρχεις σε μια χώρα χωρίς να αποδέχεσαι τον τρόπο και τις αρχές λειτουργίας της, αντίφαση που συχνά έχει και βίαιες εκδοχές μέσω συγκρούσεων με την αστυνομία, δεν δημιουργεί ισορροπία αφ’ εαυτής. Μπορεί να διαπιστώνει κανείς (και ο ενεχόμενος σε αυτήν) την αντίφαση, αλλά δεν μπορεί να χτίσει πάνω της.
 
Έτσι θα αναζητήσει τρόπο ύπαρξης στον τόπο που βρέθηκε ακόμα και μέσω της εκδίκησης. Αφού δεν έγινε (με δική του ευθύνη ή όχι) αποδεκτός, δεν έχει κανένα λόγο να προστατέψει αυτή την κοινωνία. Αντιθέτως. Όμως λείπει ο «μεγάλος λόγος», η ομπρέλα για να καλύψει την δράση του εναντίον της. Αυτά παρέχει η θρησκεία του έτσι όπως εκφέρεται και μεταφέρεται από συγκεκριμένους επαγγελματίες ή αυτοσχέδιους ιμάμηδες. Όταν ανοίξει η ιδεολογική/θρησκευτική ομπρέλα, για μικρό ή μεγάλο διάστημα, καλύπτει τα πάντα. Οι ταξικοί και κοινωνικοί αντίπαλοι (συμπολίτες, συνάδελφοι, συμφοιτητές, γείτονες ίσως) μεταβάλλονται νόμιμα (μέσω της διδασκαλίας) σε απίστους που πρέπει να εξοντωθούν. Το τυφλό χτύπημα εναντίον πλήθους κόσμου (ασχέτως φύλου, ηλικίας, εθνικότητας, πίστης) μεταβάλλεται σε πράξη δικαιοσύνης εναντίον της Δύσης που δεν πρέπει πια να κοιμάται ήσυχη.
 
Όλη αυτή η πορεία και λειτουργία ανθρώπων και ομάδων μέσα στη φυσιολογικότητα της εξέλιξής της, φανερώνει τρόμο και αδυναμία αντιμετώπισης με τα γνωστά μέσα. Παραπέμπει περισσότερο σε διαφορετική κοινωνική οργάνωση παρά σε καλύτερη αντιτρομοκρατική πρόνοια.
 
Πηγή