Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2014

Εθνική Στρατηγική Διαστήματος και Ένοπλες Δυνάμεις

Φωτογραφία της αεροπορικής βάσης Batman από δορυφόρο της Digital Globe με ευδιάκριτα τρία UAV Heron.
Φωτογραφία της Αεροπορικής Βάσης Incirlik από δορυφόρο της Digital Globe με ευδιάκριτα δύο υπόστεγα που φιλοξενούν UAV Predator. Η ΔΔΣΠ/ΓΕΕΘΑ έχει πλήρη εικόνα για τις δραστηριότητες στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις της Τουρκίας.
Ο μακρόπνοος σχεδιασμός και οι έξυπνες και έγκαιρες επιλογές δεν χαρακτηρίζουν την Πολιτική Άμυνας & Ασφάλειας της χώρας μας. Ωστόσο υπάρχουν και κάποιες φωτεινές εξαιρέσεις και μία εξ αυτών είναι αναμφίβολα το ελληνικό διαστημικό πρόγραμμα. Και αν σε κάποιον που δεν γνωρίζει τα πράγματα η προηγούμενη αυτή φράση θα μπορούσε να προκαλέσει ακόμη και θυμηδία, με την συνοπτική παρουσίαση που θα ακολουθήσει πιστεύουμε πως θα γίνει κατανοητό ότι κάθε άλλο παρά υπερβολικοί είμαστε. Και αυτό διότι τα περισσότερα από τα στοιχεία που θα αναφερθούν αγνοούνται από εκείνους που επιδεικτικά θέλουν και εκφράζουν την -αρνητική συνήθως- άποψή τους επί του θέματος…

Η Ελλάδα, από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, ξεκίνησε τη διαδικασία εγκαθίδρυσης συνεργασίας με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Διαστήματος (European Space Agency: ESA), αναγνωρίζοντας τη σημασία του Διαστήματος και των εφαρμογών του για πλήθος τομέων της οικονομίας και της κοινωνίας, όπως επίσης για την ασφάλεια και την άμυνα της χώρας. Τον 1994 υπογράφηκε το πρώτο Πρωτόκολλο συνεργασίας που έδωσε το δικαίωμα στη χώρα μας να συμμετέχει σε ένα περιορισμένο εύρος δραστηριοτήτων της ESA. Πραγματική ώθηση στη συνεργασία Ελλάδας – ESA δόθηκε με τη Συμφωνία Συνεργασίας, η οποία υπογράφηκε το 2001 και άνοιξε το δρόμο για την ένταξη της Ελλάδας στην ΕSA ως πλήρες μέλος, με τη Συμφωνία Προσχώρησης, η οποία υπογράφτηκε στο Παρίσι, τον Ιούλιο του 2004. Τελικά, τον Μάρτιο του 2012, η Γενική Γραμματεία Έρευνας & Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ), που είναι ο αρμόδιος δημόσιος φορέας για τη συμμετοχή της Ελλάδας στον ESA, εκπόνησε Σχέδιο Στρατηγικής που θα οδηγήσει στη χάραξη Εθνικής Στρατηγικής για το Διάστημα. [1]
Ο δορυφόρος HellasSat
Το ενδιαφέρον της Ελλάδας για απόκτηση τηλεπικοινωνιακού δορυφόρου χρονολογείται επίσης από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, με αφορμή και τα αντίστοιχα τουρκικά βήματα την περίοδο εκείνη. Το 1993 το -τότε- Υπουργείο Μεταφορών & Επικοινωνιών αιτείται στην ITU (International Telecommunication Union – Διεθνής Ένωση Τηλεπικοινωνιών) τη δέσμευση μίας θέσης δορυφόρου σε τροχιά στις 39 μοίρες Ανατολικά, όπως και κατοχύρωση των σχετικών συχνοτήτων επικοινωνιών. Ένα χρόνο αργότερα, το 1994, αντίστοιχο αίτημα υποβάλει και η Κύπρος. Αξίζει να σημειωθεί πως το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας έως τότε απείχε από την όλη υπόθεση με αποτέλεσμα το ελληνικό αίτημα (σε αντίθεση με το κυπριακό!) να μην περιλαμβάνει αρχικά την δέσμευση συχνοτήτων στην μπάντα συχνοτήτων που χρησιμοποιείται συνήθως στις αμιγώς στρατιωτικές δορυφορικές επικοινωνίες (X-band).
Το 2000 αποφασίζεται η ενοποίηση των προγραμμάτων των δύο χωρών και η ίδρυση ενός κοινού φορέα διαχείρισης, αν και στη συνέχεια η κυπριακή συμμετοχή περιορίστηκε δραστικά. Τελικά, για την κάλυψη της ανάγκης, επελέγη το 2001 ο τύπος δορυφόρου Eurostar-2000+ της Astrium, με διάρκεια ζωής 15-18 έτη και με 30 (+8) αναμεταδότες, όλους στη Ku-band (δεν υπήρξε δηλαδή η κάλυψη της προαναφερθείσας X-band). Επειδή όμως η εκτόξευσή του προβλεπόταν σε 2 χρόνια από τότε, η Ελλάδα απέκτησε τον παλαιό, πρώην γερμανικό, δορυφόρο DFS Kopernikus 3 και τον μετακίνησε στη θέση που είχε δεσμευτεί από την ITU ώστε να μη χαθεί το σχετικό δικαίωμα. Ο δορυφόρος μετονομάστηκε σε HellasSat 1 και λειτούργησε έτσι από τον Ιούνιο του 2002 έως τον Φεβρουάριο του 2003. Στις 13 Μαίου 2003 εκτοξεύτηκε με επιτυχία ο προαναφερθείς νέος δορυφόρος προς αντικατάστασή του, ο οποίος ονομάστηκε HellasSat 2. Για τον δορυφόρο κατασκευάστηκαν δύο κέντρα ελέγχου, ένα στην Ελλάδα και ένα στη Κύπρο.
Το ελληνικό Δημόσιο από την αρχική συμφωνία εξασφάλισε την αποκλειστική και άνευ κόστους χρήση δύο εκ των αναμεταδοτών του HellasSat 2. Από αυτούς ο ένας χρησιμοποιείται μόνιμα από το ΥΠΕΘΑ και τις Ένοπλες Δυνάμεις, ενώ ο δεύτερος για τις ανάγκες των υπόλοιπων κρατικών φορέων. Σε περίπτωση κρίσης ή πολέμου, υπάρχει μάλιστα η πρόβλεψη ώστε η συνολική ισχύς και των δύο αυτών αναμεταδοτών να τίθεται αυτομάτως στη διάθεση του ΥΠΕΘΑ. Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως πολλές μονάδες του Ε.Σ. αλλά και τα περισσότερα εκ των πλοίων μάχης επιφανείας του Π.Ν., έχουν εφοδιαστεί τα τελευταία χρόνια με σύγχρονα μέσα δορυφορικών επικοινωνιών, ενώ αντίστοιχη υποδομή έχει αναπτύξει και η Ε.Υ.Π. Αξιοσημείωτο είναι επίσης και το γεγονός πως, αν και όπως είπαμε ο HellasSat 2 περιορίζεται σε αναμεταδότες Ku-band, Ένοπλες Δυνάμεις ξένων χωρών (Μ. Βρετανία, Γαλλία, Νορβηγία, Λιθουανία, Βουλγαρία κ.ά.) έχουν κατά καιρούς ενοικιάσει υπηρεσίες του για την κάλυψη επιχειρησιακών αναγκών τους –ακόμη και για αναμετάδοση εικόνων και videos που συνέλλεγαν μη επανδρωμένα αεροχήματά τους σε διάφορα θέατρα επιχειρήσεων.
HellasSat 2
O δορυφόρος HellasSat 2 στο Ακρωτήριο Κανάβεραλ στις 14 Μαΐου 2003. 
Το Φεβρουάριο του 2013, μετά από σχετική διεθνή διαδικασία, το 99,05% που κατείχε ο ΟΤΕ στην διαχειρίστρια HellasSat (το υπόλοιπο ποσοστό είναι το κυπριακό μερίδιο) παραχωρήθηκε έναντι 208 εκατ. Ευρώ στην εταιρεία ArabSat [2], κύριο πάροχο δορυφορικών υπηρεσιών στη Μέση Ανατολή και την Αφρική. Διευκρινίζεται ωστόσο πως στη σχετική συμφωνία διασφαλίζονται όλα τα προαναφερθέντα δικαιώματα του ελληνικού Δημοσίου. Έτσι οι δύο εκ των αναμεταδοτών του δορυφόρου παραμένουν διαθέσιμοι για αποκλειστική χρήση από αυτό, ενώ και τα δύο κέντρα ελέγχου παρέμειναν σε Ελλάδα και Κύπρο αντίστοιχα. Επίσης, διατηρείται η ονομασία HellasSat (και για το μέλλον), ενώ κατοχυρώνεται μόνιμα και η αντίστοιχη τροχιακή θέση στο Διάστημα ως αποκλειστικά ελληνική. Επιπρόσθετα η ΕΑΒ βελτίωσε την θέση της στο μετοχικό κεφάλαιο της HellasSat ασκώντας και το δικαίωμα της προτίμησης στην επιλογή της προαναφερθείσας ArabSat.
Η διάδοχη κατάσταση στους τηλεπικοινωνιακούς δορυφόρους
Τον περασμένο μήνα η HellasSat -υπό το νέο ιδιοκτησιακό της καθεστώς- και ο Inmarsat [3] υπέγραψαν συμφωνία για την εκτόξευση το 2016 κοινού δορυφόρου (για μείωση του συνολικού κόστους), ο οποίος θα oνομαστεί HellasSat 3-IS και μελλοντικά θα αντικαστήσει τον HellasSat 2. Ο νέος δορυφόρος κατασκευαστεί από τη γαλλική εταιρεία Thales Alenia Space και θα φέρει εξοπλισμό που θα αφορά δύο ξεχωριστές χρήσεις. Η πρώτη χρήση (με την επονομασία EuropaSat) θα αφορά τις κινητές δορυφορικές υπηρεσίες S-Band της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες αναπτύσσονται, μετά την σχετική αδειοδότηση που εξασφάλισε ο Inmarsat τον Μάιο του 2009, με σκοπό την παροχή δορυφορικών υπηρεσιών διασύνδεσης αεροπορικών επιβατών σε Πανευρωπαϊκή κάλυψη. Η δεύτερη χρήση θα σχετίζεται με την εγκατάσταση συνολικά 44 αναμεταδοτών, με την επονομασία HellasSat 3, οι οποίοι θα χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για την αντικατάσταση του υφιστάμενου δορυφόρου HellasSat 2 και για την περαιτέρω ανάπτυξη των δορυφορικών επικοινωνιών της HellasSat. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι το ελληνικό Δημόσιο θα έχει εξασφαλισμένο για αποκλειστική του χρήση έναν από αυτούς τους 44 αναμεταδότες, ενώ ο αριθμός αυτός θα αυξηθεί σε 3 όταν ο HellasSat 2 θα πάψει να λειτουργεί. Ο έλεγχος του νέου δορυφόρου θα γίνεται επίσης από ελληνικό έδαφος. Με τον τρόπο αυτό αναμένεται να ενισχυθεί κάθετα εμπορική αξία της ελληνικής τροχιακής θέσης, ενώ το όλο πρόγραμμα εντάσσεται στο πλαίσιο ευρύτερου σχεδιασμού του Ομίλου ArabSat/HellasSat για κατασκευή συνολικά 4 νέων δορυφόρων. Επιπλέον, εντός του 2017, προγραμματίζεται η εκτόξευση ενός ακόμη δορυφόρου με την ονομασία HellasSat 4, με ευρεία και ισχυρή δορυφορική κάλυψη στην Ευρώπη, Μέση Ανατολή και Αφρική για πολλαπλές και καινοτόμες υπηρεσίες δεδομένων και δορυφορικής τηλεόρασης. Η συστοιχία των δύο δορυφόρων HellaSat 3-IS και HellasSat 4 (στην ίδια τροχιακή θέση των 39 μοιρών Ανατολικά), θα παρέχει αφενός ύψιστη αξιοπιστία και εφεδρικότητα, αλλά και μεγάλο ανταγωνιστικό/εμπορικό πλεονέκτημα στην ιδιοκτήτρια εταιρεία με ορίζοντα 20ετίας. Στον στρατιωτικό σκέλος του προγράμματος, παλαιότερα είχε ανακοινωθεί πως ο διάδοχος του HellasSat 2 θα παρέχει επιτέλους και κάλυψη στην στρατιωτική X-band. Αν και προς το παρόν δεν έχει διευκρινιστεί εάν αυτό τελικά θα υλοποιηθεί στον HellasSat 3-IS ή στον HellasSat 4, είναι δεδομένο ότι μια τέτοια εξέλιξη θα επιφέρει κάθετη αναβάθμιση στην ποιότητα και την ασφάλεια των δορυφορικών επικοινωνιών των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Σε μια άλλη εξέλιξη που πέρασε «στα ψιλά», επίσης τον προηγούμενο μήνα, η Ελλάδα υπέγραψε την είσοδό της στο πρόγραμμα «EU SatCom Market» -παλαιότερα γνωστό ως «European SatCom Procurement Cell»- της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Υπηρεσίας (EDA). Το πρόγραμμα αυτό εξασφαλίζει την διαρκή διαθεσιμότητα δορυφορικών επικοινωνιών στα κράτη μέλη, τόσο για εθνική όσο και για κοινή ευρωπαϊκή χρήση, μέσω μιας δεξαμενής αντίστοιχων δυνατοτήτων (χωρητικότητα και σχετικές υπηρεσίες) από διάφορους παρόχους, υπό τον συντονισμό της EDA και σε συνεργασία με την Airbus Defence & Space. Μέλη του εν λόγω προγράμματος, που ξεκίνησε τον Μάιο του 2013, είναι ήδη η Μ. Βρετανία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Φινλανδία, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο, η Πολωνία και η Ρουμανία. Έτσι η χώρα μας εξασφάλισε άλλη μια εναλλακτική πηγή παροχής υπηρεσιών δορυφορικών επικοινωνιών σε περίπτωση αυξημένων αναγκών.
Τηλεπισκόπηση και η συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα BOC-Helios
Παλαιότερα οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις στηρίζονταν σε εμπορικής προέλευσης δορυφορικές εικόνες για να καλύψουν τις ανάγκες έγκαιρης προειδοποίησης, στοχοποίησης και, γενικά, συλλογής πληροφοριών. Κύριος πάροχος τέτοιων υπηρεσιών ήταν επί σειρά ετών η αμερικανικών συμφερόντων εταιρεία Space Imaging Europe, μέσω του δορυφόρου τηλεπισκόπησης Ikonos, διακριτικής ικανότητας 1μ. περίπου. Η εταιρεία είχε εγκαταστήσει σταθμό ελέγχου του συγκεκριμένου δορυφόρου στη Θήβα (κάτι που επέτρεπε στη χώρα μας πρόσβαση στα αντίστοιχα δεδομένα σε χρόνο μόλις δύο ωρών από την αποστολή του σχετικού αιτήματος), ωστόσο αυτός έπαψε να λειτουργεί από τη θέση αυτή το 2002 και μετεγκαταστάθηκε στο Colbasi της Τουρκίας. Έτσι, η χώρα μας, αν και διατηρούσε τη δυνατότητα απόκτησης δεδομένων από αυτόν, θα έπρεπε πλέον να απευθυνθεί ή στον εν λόγω σταθμό (με ότι αυτό συνεπάγετο…), είτε στα κεντρικά της εταιρείας στις ΗΠΑ. Στη δεύτερη περίπτωση όμως ο χρόνος παράδοσης των δεδομένων θα μπορούσε να φτάσει ακόμη και τον έναν μήνα! Μια σκέψη που υπήρξε για δημιουργία νέου σταθμού του Ikonos στη Θεσσαλονίκη, σύντομα απορρίφθηκε για πρακτικούς και επιχειρησιακούς λόγους. Ως εκ τούτου αναζητήθηκαν άλλες εναλλακτικές επιλογές, με δορυφόρους από ΗΠΑ, Ευρώπη και Ισραήλ εμπορικής πάντοτε προέλευσης. Οι περισσότερες ωστόσο είχαν σημαντικούς περιορισμούς (χαμηλή διακριτική ικανότητα ή/και χαμηλός ρυθμός ανανέωσης δεδομένων). Μία εξ αυτών όμως εξετάστηκε περισσότερο και μάλιστα έγινε και σχετική παρουσίαση στο ΓΕΑ τον Μάιο του 2002. Επρόκειτο για τον δορυφόρο EROS 1A της ισραηλινής ImageSat, με προτεινόμενη έδρα του δυνητικού ελληνικού επίγειου σταθμού ελέγχου του την Αθήνα. Αν και ο εν λόγω δορυφόρος είχε αξιόλογες τεχνικές δυνατότητες (διακριτική ικανότητα της τάξης του 1,8μ.) και δεν ενέπιπτε στους περιορισμούς του Κογκρέσου που ισχύουν για τους αμερικανικής προέλευσης εμπορικούς δορυφόρους, η επιλογή του απορρίφθηκε καθώς διαπιστώθηκε ένα καίριο μειονέκτημα. Επειδή το μόνο -έως τότε- κέντρο ελέγχου του εκτός Ισραήλ, βρισκόταν στη …Σμύρνη, η Τουρκία είχε καταφέρει να πετύχει την εξαίρεση των 2/3 περίπου της επικράτειάς της αλλά και την Κύπρο από τη ζώνη κάλυψης του δορυφόρου (το ίδιο είχε κάνει και το Ισραήλ για κάποιες περιοχές δικού του ενδιαφέροντος)! Κάπως έτσι έγινε κατανοητή η ανάγκη για στροφή σε αντίστοιχα προγράμματα αμιγώς στρατιωτικού χαρακτήρα τα οποία επιπλέον εξασφαλίζουν εξ ορισμού ασύγκριτα μεγαλύτερη αξιοπιστία και ασφάλεια, πέραν βεβαίως των υψηλότερων τεχνικών/επιχειρησιακών δυνατοτήτων. Σε αυτό συνέβαλαν πιθανώς και οι αντίστοιχες επιδιώξεις που εξέφρασε την ίδια περίπου περίοδο και η Τουρκία (βλ. παρακάτω). Κάποιες εναλλακτικές προτάσεις από ΗΠΑ και Γερμανία για συμμετοχή σε προγράμματα αερομεταφερόμενων συστημάτων επιτήρησης (μέσω ραντάρ SAR) απορρίφθηκαν, κυρίως από το ΓΕΑ, καθώς ήταν δηλωμένη η απαίτηση για δορυφορικό πρόγραμμα.
Μετά από όλες αυτές τις διεργασίες επελέγη τελικά η συμμετοχή της χώρας μας στο πολυεθνικό στρατιωτικό πρόγραμμα BOC-Helios. Το πρόγραμμα αυτό ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 1993 από την Γαλλική Εθνική Υπηρεσία Διαστήματος (CNES) ύστερα από απαίτηση Γενικής Διεύθυνση Εξοπλισμών της χώρας, για την κάλυψη των σχετικών αναγκών των Γαλλικών Ενόπλων Δυνάμεων σε δεδομένα τηλεπισκόπησης. Ο πρώτος δορυφόρος του προγράμματος (Helios 1A) είχε εκτοξευτεί στις 7 Ιουλίου 1995, για να ακολουθήσει ο δεύτερος (Helios 1B) στις 3 Δεκεμβρίου 1999. Η χώρα μας εισήλθε με ποσοστό 2,5% στο πρόγραμμα –και συγκεκριμένα στη δεύτερή του φάση (Helios II)- από το 2007 “συναντώντας” επίσης την Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία, το Βέλγιο και τη Γερμανία (με τις τρεις πρώτες να είναι και οι αρχικοί χρηματοδότες και να συμμετέχουν από την πρώτη φάση του, αλλά με την Γαλλία να διατηρεί πάντοτε τα ηνία με ποσοστό 80%).
dsds
O δεύτερος δορυφόρος του προγράμματος Helios 2 σε πύραυλο Ariane 5G στη Βάση Εκτόξευσης της Γαλλικής Γουϊάνας στις 18 Δεκεμβρίου 2009.
Έτσι λοιπόν η Ελλάδα εισήλθε στη δεύτερη φάση του προγράμματος η οποία περιλαμβάνει δύο ακόμη δορυφόρους: τον Helios 2A που εκτοξεύτηκε στις 18 Δεκεμβρίου 2005 αντικαθιστώντας τον Helios 1B που έπαψε να λειτουργεί τον Οκτώβριο του 2004 (αντιθέτως ο παλαιότερος Helios 1A συνεχίζει να λειτουργεί κανονικά!), και τον Helios 2B ο οποίος εκτοξεύτηκε -μετά από δύο αναβολές- στις 18 Δεκεμβρίου 2009. Οι δορυφόροι της δεύτερης αυτής φάσης είναι κατασκευής της EADS Astrium, έχουν βάρος 4,2 τόνων και βρίσκονται σε πολική ηλιοσύγχρονη τροχιά, σε ύψος 700 χιλιομέτρων. Είναι εφοδιασμένοι με προηγμένης τεχνολογίας όργανα λήψης εικόνας υψηλής (HR) και πολύ υψηλής ανάλυσης (VHR) με διακριτική ικανότητα μεγαλύτερη του μισού μέτρου (30 εκ. σύμφωνα με κάποιες πηγές!), ενώ διαθέτουν και δίαυλο υπέρυθρης παρατήρησης (IR) για λήψη εικόνων και τη νύχτα. Εκτελούν 15 περιστροφές την ημέρα και έχουν την ικανότητα λήψης 100 περίπου εικόνων έκαστος. Μερικές δεκάδες εικόνες ακόμα προσθέτει ο Helios 1A, ελαφρώς μικρότερης όμως ανάλυσης και πιθανότατα χωρίς ικανότητα νυχτερινών λήψεων.
Κάθε χώρα-μέλος του προγράμματος έχει δικό της ανεξάρτητο επίγειο σταθμό λήψης δεδομένων με τις ίδιες δυνατότητες και την ίδια αμεσότητα πρόσβασης στα δεδομένα, ανεξαρτήτως ποσοστού συμμετοχής (κάτι που από μόνο του είναι αξιοσημείωτο). Για τον τροχιακό/τεχνικό έλεγχο των δορυφόρων υπεύθυνη είναι η CNES. Επίσης, η Γερμανία προσφέρει στους υπόλοιπους εταίρους πρόσβαση σε απεικονίσεις ραντάρ από τον εθνικό της δορυφόρο SAR-Lupe. Έτσι η χώρα μας αποκτά εμμέσως και πρόσβαση σε δορυφορικές απεικονίσεις παντός καιρού. Ο ελληνικός επίγειος σταθμός Helios ξεκίνησε να λειτουργεί στις 18 Μαρτίου 2011 (μέχρι να γίνει αυτό η Ελλάδα λάμβανε δεδομένα από τον γαλλικό σταθμό εδάφους) εγκαινιαζόμενος από τον ίδιο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ο σταθμός υπάγεται απευθείας στο ΓΕΕΘΑ και είναι εγκατεστημένος στην Α.Β. Τανάγρας. Μεταξύ άλλων παρέχει και κρίσιμα δεδομένα στοχοποίησης/πορείας για τα όπλα μακρού βεληνεκούς SCALP-EG της Π.Α., τα οποία μπορούν να εισαχθούν απευθείας σε αυτά μετά από τις απαραίτητες προσαρμογές που έγιναν στο λογισμικό των επεξεργαστών του σταθμού.

Το μέλλον της χώρας στους δορυφόρους τηλεπισκόπησης και συλλογής πληροφοριών
Μετά την άκρως επιτυχημένη συμμετοχή στο πρόγραμμα Helios, η Ελλάδα κατέστη και ένα από τα αρχικά μέλη του διάδοχου προγράμματος MUSIS (Multinational Space-based Imaging System). Αυτή τη φορά μάλιστα το ενδιαφέρον εκφράστηκε έγκαιρα και ταχύτατα ολοκληρώθηκε και ο αντίστοιχος σχεδιασμός, επιτρέποντας έτσι τη συμμετοχή (που εγκρίθηκε και επισήμως το 2007) ήδη από το στάδιο της σχεδίασης του προγράμματος και της κατασκευής των απαρτιών του, με προφανή πλεονεκτήματα.
Το ευρωπαϊκό πρόγραμμα MUSIS ξεκίνησε το 2006 και αρχικά αποτελείτο από τις 6 χώρες του Helios. Αργότερα όμως (το 2010 συγκεκριμένα εντάχθηκαν σε αυτό και η Σουηδία με την Πολωνία. Λίγο μετά όμως, το αρχικό πρόγραμμα το οποίο προέβλεπε την αντικατάσταση (με 2+1 νέους δορυφόρους κοινής ιδιοκτησίας) των Helios I/II, του SAR-Lupe, του ιταλικού COSMO-SkyMed και του ισπανικού Ingenio, κατέστη θνησιγενές λόγω διαφωνιών μεταξύ των μελών. Έτσι, σε αυτή του τη μορφή τερματίστηκε τον Μάιο του 2010 και τους αμέσως επόμενους μήνες έλαβε νέα μορφή ως ένα διμερές πρόγραμμα Γαλλίας-Ιταλίας. Εντός του 2011 έγινε η ανάθεση διαχείρισης του νέου προγράμματος στον ανεξάρτητο οργανισμό OCCAR (Organisation Conjointe de Coopeation en matiere d’ Armement). Ο οργανισμός αυτός καλείται να συνδέσει με επιτυχία μέσω μιας Κοινής Διαλειτουργικής Πλατφόρμας (CIL), τα δύο σκέλη του νέου προγράμματος τα οποία θα αποτελούνται από δύο γαλλικούς δορυφόρους τηλεπισκόπησης CSO και από δύο ιταλικούς δορυφόρους ραντάρ CSG, αντίστοιχα. Η CIL θα επιτρέπει στις δύο χώρες να αποθηκεύουν και να ανταλλάσσουν με αξιοπιστία και ασφάλεια δεδομένα και από τα δύο αυτά ζεύγη δορυφόρων. Αυτή τη δυνατότητα θα έχουν και άλλες χώρες που θα δηλώσουν συμμετοχή στο πρόγραμμα αυτό (με το ανάλογο κόστος φυσικά), κάτι που ήδη έκανε η Ελλάδα η οποία εξαρχής παρακολουθούσε στενά τις σχετικές εξελίξεις και διαπραγματεύσεις. Οι δύο πρώτοι δορυφόροι (ένας CSO και ένας CSG) προβλέπεται να εκτοξευτούν το 2015 για να ακολουθήσουν οι άλλοι δύο το 2016. Υπολογίζεται ότι θα παραμείνουν επιχειρησιακοί έως το 2022-2023 οπότε και θα αντικατασταθούν από νέους ώστε να καλυφθεί πλήρως ο χρονικός ορίζοντας έως το 2030 τουλάχιστον.

Οι δορυφόροι CSO θα ανήκουν στο μοντέλο AstroSat 1000 της εταιρείας EADS Astrium, ενώ οι CSG της Thales Alenia Space Italy θα φέρουν ραντάρ τύπου SAR-2000. Οι ακριβείς δυνατότητές τους είναι απόρρητες αλλά λέγεται πως οι CSO θα είναι βάρους 1,5 τόνων και θα έχουν διακριτική ικανότητα «υψηλότερη του 1μ. κατά την διάρκεια της ημέρας και των 3μ. κατά τη διάρκεια της νύχτας» (άγνωστο πόσο ακριβώς, αλλά σε κάθε περίπτωση υψηλότερη από εκείνη των Helios που θα αντικαταστήσουν), ενώ το ραντάρ συνθετικού διαφράγματος SAR-2000 που λειτουργεί στην X-band, φέρεται να έχει διακριτική ικανότητα 1-35μ. ανάλογα με το εκάστοτε εύρος της σάρωσης (10-320 χλμ.). Όλοι οι δορυφόροι πάντως θα διαθέτουν συστήματα κρυπτογραφημένης μετάδοσης υψηλής ταχύτητας. Γενικά το MUSIS (β’ φάση) θεωρείται το πλέον προηγμένο τεχνολογικά δορυφορικό πρόγραμμα στην Ευρώπη και ένα από τα πλέον πρωτοποριακά σε παγκόσμιο επίπεδο.
ff
H κεραία του Δορυφορικού Σταθμού Εδάφους στην Αεροπορική Βάση Τανάγρας.
Εκτός όμως του MUSIS η Ελλάδα συμμετέχει εξαρχής και σε ένα άλλο ιδιαίτερα προηγμένο δορυφορικό πρόγραμμα. Πρόκειται για το απόρρητο γαλλικό πρόγραμμα συλλογής πληροφοριών σημάτων ηλεκτρομαγνητικού φάσματος (SIGINT) από δορυφόρο, CERES. Πέραν της χώρας μας (από το 2011) και της Γαλλίας, σε αυτό συμμετέχει και η Σουηδία. Ο μοναδικός δορυφόρος του προγράμματος θα εκτοξευτεί το 2019 και θα είναι πλήρως επιχειρησιακός ένα χρόνο αργότερα. Λεπτομέρειες για το εν λόγω πρόγραμμα δεν έχουν γίνει γνωστές, καθώς όλες οι σχετικές πληροφορίες είναι αυστηρά διαβαθμισμένες. Αξίζει όμως να σημειωθεί, ως ενδεικτικό της σημασίας τους, πως τόσο το MUSIS όσο και το CERES (θεωρούνται συμπληρωματικά μεταξύ τους, καθώς επιτρέπουν την πλήρη και συνεχή ροή πληροφοριών στρατιωτικού ενδιαφέροντος, κάθε είδους) εξαιρέθηκαν από την πρόσφατη διαδικασία των περικοπών στον γαλλικό αμυντικό προϋπολογισμό. Σήμερα δυνατότητες SIGINT μέσω δορυφόρων διαθέτουν μόνο οι ΗΠΑ, η Ρωσία, η Κίνα και ίσως (με μικρές πιθανότητες όμως) το Ισραήλ. [4] Είναι προφανής λοιπόν η σημασία της συμμετοχής της χώρας μας -και μάλιστα ως αρχικό μέλος- σε τέτοια προγράμματα και τα τεράστια επιχειρησιακά πλεονεκτήματα και στρατηγικές δυνατότητες που αποκτά.
Οι Τουρκικές δυνατότητες
Στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών δορυφόρων, όπως ήδη είπαμε, το τουρκικό ενδιαφέρον χρονολογείται από τις αρχές της δεκαετίας του ’90. Αν και το σχετικό πρόγραμμα ξεκίνησε με μια σημαντική αποτυχία (την καταστροφή του πρώτου δορυφόρου -TurkSat 1A- κατά την διάρκεια της εκτόξευσής του στις 24 Ιανουαρίου 1994), η Τουρκία τα τελευταία χρόνια διαθέτει σταθερά σε τροχιά 3 τηλεπικοινωνικούς δορυφόρους του δικτύου TurkSat, για εμπορική και (δευτερευόντως) για στρατιωτική χρήση. Ο πρώτος ήταν ο TurkSat 1B που εκτοξεύτηκε στις 10 Αυγούστου 1994 (έπαψε να λειτουργεί το 2006, ακολούθησε ο TurkSat 1C στις 9 Ιουλίου 1997 (έπαψε να λειτουργεί το 2010) και στη συνέχεια οι TurkSat 2A στις 10 Ιανουαρίου 2001 και TurkSat 3A στις 12 Ιουνίου 2012. Η πιο πρόσφατη προσθήκη είναι ο ιαπωνικής κατασκευής TurkSat 4A που εκτοξεύτηκε στις 14 Φεβρουαρίου 2014 και σηματοδότησε την έναρξη διαστημικής συνεργασίας με τη Ρωσία (χρήση του κέντρου του Μπαϊκονούρ και ρωσικού πυραυλικού φορέα, αντί των έως τότε χρησιμοποιούμενων ευρωπαϊκών) η οποία θα συνεχιστεί και με τον επόμενο δορυφόρο TurkSat 4B (επίσης ιαπωνικής προέλευσης) που προβλέπεται να εκτοξευτεί έως το τέλος του χρόνου, αντικαθιστώντας πιθανότατα τον TurkSat 2A. Οι προαναφερθέντες ενεργοί δορυφόροι εξυπηρετούν τις συχνότητες Ku-band και C-band, καταλαμβάνοντας τις δύο τροχιακές θέσεις που έχει κατοχυρώσει η Τουρκία (31,3 μοίρες Ανατολικά και 42 μοίρες Ανατολικά). Αξίζει να σημειωθεί πως η εμπορική διείσδυση της Τουρκίας στον τομέα της παροχής υπηρεσιών δορυφορικών επικοινωνιών, είναι ιδιαίτερα σημαντική σε περιοχές της Μέσης Ανατολής, της Βόρειας Αφρικής και της Κεντρικής Ασίας, επιφέροντας σημαντικά κέρδη (οικονομικά και όχι μόνο…). Το πρόγραμμα σχεδιάζεται να επεκταθεί μελλοντικά με τους TurkSat 5A (το 2016), TurkSat 6A (το 2017-18) και TurkSat 7A και 7Β (αμφότεροι το 2019). Ο TurkSat 6A θα είναι ο πρώτος τουρκικός τηλεπικοινωνιακός δορυφόρος εξολοκλήρου εγχώριας κατασκευής. Για τον λόγο αυτό, το προηγούμενο διάστημα η Aselsan υπέγραψε δύο συμβάσεις για την ανάπτυξη (σε συνεργασία με την καναδική εταιρείας MDA) ενός συγκροτήματος πομποδεκτών Ku-band   αλλά και του συστήματος επικοινωνιών του συγκεκριμένου δορυφόρου. Παλαιότερα είχε ειπωθεί πως ο Turksat-6A θα είναι ταυτόχρονα ο πρώτος που θα παρέχει δυνατότητα επικοινωνιών και στη στρατιωτική X-band, αν και αυτό μένει να επιβεβαιωθεί.

Στον τομέα της τηλεπισκόπησης για αρκετά χρόνια και η Τουρκία βασιζόταν σε δεδομένα από εμπορικούς δορυφόρους (κυρίως του Ikonos και EROS 1A που αναφέραμε πιο πάνω) αν και λέγεται πως από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 απέκτησε περιορισμένη έστω- πρόσβαση και σε δεδομένα των ισραηλινού στρατιωτικού δικτύου κατασκοπευτικών δορυφόρων Ofeq, στο πλαίσιο σχετικής διμερούς συμφωνίας (κάτι που βέβαια δεν ισχύει πλέον). Η Τουρκία επίσης εξέτασε πρόσκαιρα και την εναλλακτική λύση των αερομεταφερόμενων συστημάτων επιτήρησης εδάφους, ωστόσο, σύντομα και αυτή στράφηκε στη λύση της απόκτησης εθνικών στρατιωτικών δορυφόρων τηλεπισκόπησης. Έτσι, το 2006 ξεκίνησε και επίσημα το πρόγραμμα Göktürk που περιλάμβανε δύο σκέλη. Το πρώτο είχε να κάνει με την απόκτηση ενός δορυφόρου τηλεπισκόπησης (Göktürk 1) υψηλής διακριτικής ικανότητας από το εξωτερικό και το δεύτερο με την ανάπτυξη και κατασκευή με μεγαλύτερη εγχώρια προστιθέμενη αξία, ενός ακόμα δορυφόρου τηλεπισκόπησης (Göktürk 2), χαμηλότερης όμως διακριτικής ανάλυσης. Το πρώτο σκέλος εγκρίθηκε το 2007 και τον Ιούλιο του 2009 κατακυρώθηκε στην ιταλική Telespazio (μέλος του ομίλου Finmeccanica/Thales) η οποία θα αναλάβει την κατασκευή του δορυφόρου (στηριζόμενος στο μοντέλο Proteus) και την τροχιακή του διαχείριση, ενώ η κατασκευή του επίγειου σταθμού ελέγχου ανατέθηκε σε τουρκικές εταιρείες/υποκατασκευαστές. Το σκέλος αυτό έχει γνωρίσει σημαντικές καθυστερήσεις τόσο εξαιτίας αντιδράσεων του Ισραήλ για την ζώνη που θα καλύπτει ο δορυφόρος, όσο και μη ομαλής χρηματοδότησής του. Συνέπεια αυτών, η αρχικά προγραμματισμένη για το 2013 εκτόξευσή του, να αναβληθεί για το 2015 στη καλύτερη περίπτωση. Ο Göktürk 1 πάντως, θα διαθέτει γαλλικής προέλευσης αισθητήρα υψηλής ανάλυσης διακριτικής ικανότητας 0,7-0,8μ., τόσο στο ορατό όσο και στο υπέρυθρο φάσμα. Θα χρησιμοποιηθεί κυρίως σε στρατιωτικές αλλά και σε άλλες εφαρμογές.
Παραδόξως το δεύτερο σκέλος του προγράμματος προχώρησε ταχύτερα και σχεδόν χωρίς προβλήματα. Έτσι, στις 18 Δεκεμβρίου 2012 εκτοξεύτηκε με επιτυχία από κινεζικό διαστημικό κέντρο και με κινεζικό πυραυλικό φορέα, ο δορυφόρος Göktürk 2, ο οποίος κατασκευάστηκε από την ΤΑΙ σε συνεργασία με τον Τομέα Διαστήματος του ιδρύματος ΤṺΒΙΤΑΚ (η σχετική σύμβαση ανατέθηκε τον Απρίλιο του 2007). [5] Είναι βάρους 450 κιλών και φέρει στερεοσκοπικό οπτικό αισθητήρα υψηλής ανάλυσης που του προσφέρει μέτρια έως χαμηλή διακριτική ικανότητα της τάξης των 2,5-20μ., ανάλογα με το φάσμα στο οποίο λειτουργία κάθε φορά. Η διάρκεια ζωής του δορυφόρου αυτού υπολογίζεται στα 5 χρόνια και η βασική επιδίωξη ήταν να αποδείξει την δυνατότητα εγχώριας σχεδίασης και κατασκευής δορυφόρων και σχετικών απαρτιών σε ένα ποσοστό της τάξης του 70-80%. Σημαντική πείρα σε αυτό το κομμάτι προσέφερε και ο επίσης εγχώριος δορυφόρος παρατήρησης BiLSAT 1 που κατασκευάστηκε από το ΤṺΒΙΤΑΚ σε συνεργασία με διάφορα τουρκικά πανεπιστημιακά και ερευνητικά ιδρύματα. Ο βάρους 130 κιλών δορυφόρος εκτοξεύτηκε στις 27 Σεπτεμβρίου 2003 και χρησιμοποιήθηκε σε αποστολές πρόληψης/αντιμετώπισης φυσικών καταστροφών αλλά και σε μια σειρά άλλως επιστημονικών πειραμάτων και εφαρμογών (χαρτογράφηση, υδρογραφία, αγροτική ανάπτυξη, προστασία δασών κλπ). Έπαψε να λειτουργεί τον Αύγουστο του 2006, οπότε και έληξε το όριο ζωής των συσσωρευτών του.
Ο υπουργός Βιομηχανίας και Τεχνολογίας Nihat Ergün με τον υπουργό Άμυνα İsmet Yılmaz μπροστά από τον Göktürk-2.
Ο υπουργός Βιομηχανίας και Τεχνολογίας Nihat Ergün με τον υπουργό Άμυνα İsmet Yılmaz μπροστά από το δορυφόρο Göktürk-2 πριν την αποστολή του στην Κίνα για εκτόξευση.
Στο μεσοπρόθεσμο μέλλον τα τουρκικά σχέδια προβλέπουν την κατασκευή δύο ακόμα δορυφόρων επιτήρησης, έναν με ραντάρ SAR (Göktürk 3) και ένα οπτικό (Göktürk 4) και ενός τρίτου μετά το 2020 (Göktürk 5), που θα συνδυάζει και τις δύο αυτές δυνατότητες. Σε κάθε περίπτωση πάντως ο σχεδιασμός αυτός προς το παρόν παραμένει αρκετά γενικός και ασαφής, με κάποιες άλλες πηγές να αναφέρουν πως ο αρχικός αυτός στόχος πλέον έχει μεταβληθεί και προτεραιότητα είναι η ανάπτυξη ενός αμίγως εγχώριου δορυφόρου τηλεπισκόπησης, με επίσης εγχώριας ανάπτυξης όργανα παρατήρησης  (πρόγραμμα Imece, βλ. παρακάτω) και λοιπά υποσυστήματα, ο οποίος θα εκτοξευτεί το 2018. Γενικότερα πάντως, οι τουρκικές φιλοδοξίες στον τομέα του διαστήματος είναι πολύ μεγάλες. Στο πλαίσιο αυτό ο στόχος είναι η Τουρκία να αυτονομηθεί πλήρως στον τομέα της ανάπτυξης, κατασκευής και εκτόξευσης δορυφόρων. Έτσι, σχεδιάζεται η κατασκευή κέντρου εκτόξευσης στη περιοχή της επαρχίας Μούγλα στη ΝΔ Τουρκία, ενώ στις 17 Ιουλίου 2013 υπογράφτηκε σύμβαση ύψους 50 εκατ. δολαρίων για την αρχική φάση της τεχνικής προκαταρκτικής μελέτης ανάπτυξης του εγχώριου πυραυλικού φορέα UFS, με ανάδοχο την εταιρεία Roketsan. Παράλληλα το ΤṺΒΙΤΑΚ έχει ήδη σε εξέλιξη το πρόγραμμα Imece, το οποίο αφορά την εγχώρια ανάπτυξη ηλεκτροοπτικών αισθητήρων για εγκατάσταση σε δορυφόρους με επιθυμητή διακριτική ικανότητα της τάξης του 0,9-1μ.  Τέλος, η ήδη υπάρχουσα Διεύθυνση Διαστημικών Τεχνολογιών που υπάγεται στο τουρκικό Υπουργείο Μεταφορών, προβλέπεται να εξελιχθεί σε ανεξάρτητη Εθνική Υπηρεσία Διαστήματος η οποία θα συγκεντρώσει στους κόλπους όλους τους αντίστοιχους φορείς που σήμερα είναι διάσπαρτοι στο στα Υπουργεία Μεταφορών, Σχεδιασμού & Ανάπτυξης, στο ΤṺΒΙΤΑΚ και στο Υφυπουργείο Αμυντικής Βιομηχανίας. Aξιοσημείωτη η μέχρι τώρα απουσία της Τουρκίας από οποιοδήποτε διεθνές δορυφορικό πρόγραμμα στρατιωτικών προδιαγραφών, το οποίο σε κάθε περίπτωση θα εξασφάλιζε μια δικλείδα ασφαλείας μέχρι την επίτευξη των επιθυμητών στόχων.
Συμπεράσματα – Προτάσεις
Από τα παραπάνω είναι προφανές το πως ο ορθός και έγκαιρος σχεδιασμός και οι σωστές συνεργασίες εξασφαλίζουν σήμερα αλλά και στο ορατό μέλλον στη χώρα μας, ικανότητες στον τομέα των δορυφορικών εφαρμογών, τουλάχιστον ανάλογες -αν όχι υπέρτερες- εκείνων της Τουρκίας αλλά και πολλών άλλων προηγμένων χωρών. Και μάλιστα με κλάσμα των χρημάτων που έχει δαπανήσει αντίστοιχα η γειτονική χώρα στο πλαίσιο των γνωστών μεγαλεπήβολων (π.χ. κατασκευή διαστημικού κέντρου) έως και ανούσιων (π.χ. δεδηλωμένη πρόθεση αποστολής Τούρκου αστροναύτη στο διάστημα) κινήσεών της. Η ελληνική συμμετοχή σε πολυεθνικά δορυφορικά προγράμματα υψηλής τεχνολογίας εξασφαλίζει -πέραν από το μειωμένο κόστος- σίγουρη και αξιόπιστη χρηματοδότηση για την υλοποίησή τους, αλλά και σίγουρη πρόσβαση σε δυνατότητες και τεχνολογίες αιχμής λόγω των ανελαστικών σχετικών απαιτήσεων και των υπολοίπων χωρών-μελών. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να διευκρινίσουμε πως και η ελληνική χρηματοδότηση για όλα τα εν λόγω προγράμματα (ακόμη και για το μακροπρόθεσμο CERES) είναι ήδη εξασφαλισμένη και έχει εγκριθεί από την αρμόδια Επιτροπή της Βουλής, ενώ το ακριβές ύψος της θα καθοριστεί κατ’ αντιστοιχία με το ποσοστό συμμετοχής μας, όταν οριστικοποιηθεί το τελικό συνολικό κόστος τους. Κάθε περαιτέρω πληροφόρηση για το συγκεκριμένο κομμάτι παραμένει διαβαθμισμένη, ενώ είναι χαρακτηριστικό πως τα κονδύλια για την συμμετοχή της χώρας μας στα προγράμματα BOC-Helios και MUSIS αποδίδονται στον προϋπολογισμό του ΓΕΕΘΑ και συγκεκριμένα της υπαγόμενης σε αυτό Διακλαδικής Διεύθυνσης Στρατιωτικών Πληροφοριών (ΔΔΣΠ).
Κατά την ταπεινή μας άποψη, ο ελληνικός σχεδιασμός στον συγκεκριμένο τομέα θα πρέπει να αποτελέσει παράδειγμα και για όλους τους υπόλοιπους τομείς στο φλέγον ζήτημα της Εθνικής Άμυνας και Ασφάλειας. Επειδή όμως πάντοτε υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω βελτίωσης, θα κλείσουμε με κάποιες σκέψεις/προτάσεις:
  • Να αποκτηθεί αριθμός (2-4) κινητών επίγειων σταθμών λήψης δεδομένων από τους δορυφόρους τηλεπισκόπησης/συλλογής πληροφοριών. Ο Δορυφορικός Σταθμός Εδάφους που εδρεύει στην Αεροπορική Βάσης Τανάγρας είναι υψηλότατων δυνατοτήτων, ωστόσο είναι ένας και μοναδικός και μετά βεβαιότητας θα αποτελέσει στόχο πρώτης προτεραιότητας για τον εχθρό σε περίπτωση επιχειρήσεων. Γι’ αυτό θα πρέπει να υπάρχουν εναλλακτικές επιλογές, εύκολα μετακινούμενες και αποκρυπτόμενες.
  • Να αποκτηθεί πρόσθετος αριθμός επιγείων κινητών τερματικών δορυφορικών επικοινωνιών (VSAT) στρατιωτικών προδιαγραφών για τις Μονάδες του Ε.Σ. Τέτοια συστήματα προσφέρονται και από την εγχώρια αμυντική βιομηχανία, όπως το «Κρόνος» της INTRACOM που ήδη βρίσκεται σε υπηρεσία. Επιπλέον, με συστήματα ασφαλών δορυφορικών επικοινωνιών στρατιωτικών προδιαγραφών πρέπει να εφοδιαστεί το σύνολο των πλοίων του Π.Ν. Σημειώνεται ότι στις 9 Ιουλίου, η Ελλάδα κατέστη μέλος του προγράμματος «EU SatCom Market» που δίνει την ευκαιρία στα κράτη-μέλη του να υλοποιούν παραγγελίες δορυφορικών επικοινωνιών μέσω του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Άμυνας (ΕDA).
Η κεραία συστήματος Δορυφορικών Επικοινωνιών (SATCOM) σε πυραυλάκατο τύπου Super Vita της Διοίκησης Ταχέων Σκαφών.
Η κεραία συστήματος Δορυφορικών Επικοινωνιών (SATCOM) σε πυραυλάκατο τύπου Super Vita της Διοίκησης Ταχέων Σκαφών.
  • Τα ΑΣΕΠΕ ΕΜΒ-145H Erieye της Π.Α. πρέπει να εξοπλιστούν με σύστημα δορυφορικής μετάδοσης δεδομένων ώστε να μπορούν να στέλνουν σε πραγματικό χρόνο και σε μεγάλες αποστάσεις τα δεδομένα που συλλέγουν τα ίδια, αλλά και να λειτουργούν ως αναμεταδότες. Αυτό ήταν ένα από τα συμπεράσματα που εξήχθησαν κατά την επιχείρηση «Unified Protector» και, δεδομένου του ότι στα εν λόγω αεροσκάφη υπάρχει ήδη η σχετική υποδομή, η εγκατάσταση του εξοπλισμού λογικά θα αποτελέσει εύκολη υπόθεση. Τα σχετικά συστήματα που απαιτούνται θα μπορούσαν κάλλιστα να αναπτυχθούν από την εγχώρια βιομηχανία όπως ήδη έχει γίνει με επιτυχία για τον αντίστοιχο εξοπλισμό των MEA «Πήγασος 2» ο οποίος αναπτύχθηκε και εγκαταστάθηκε με επιτυχία κατόπιν συνεργασίας ΕΔΙΠΠ, ΕΜΠ και ΕΑΒ [6].
  • Το μειονέκτημα των δορυφόρων τηλεπισκόπησης είναι πως ο αριθμός διελεύσεων πάνω από μια συγκεκριμένη περιοχή ενδιαφέροντος είναι δεδομένος και ο χρόνος/συχνότητά τους γνωστά στον εχθρό. Για την κάλυψη της περιοχής επί 24ώρου βάσεως απαιτείται ένα δίκτυο δορυφόρων. Κάτι τέτοιο θα ήταν χρήσιμο και εφικτό να υλοποιηθεί από την χώρα μας και μάλιστα με περιορισμένο κόστος. Εννοούμε τη δημιουργία ενός δικτύου 4-6 μίνι-δορυφόρων παρατήρησης που θα επιτρέπουν την συνεχή κάλυψη της περιοχής ενδιαφέροντος. Οι δορυφόροι αυτοί θα μπορούσαν να αναπτυχθούν ακόμη και εγχώρια. Εδώ, το αξιέπαινο παράδειγμα της -αποτελούμενης αποκλειστικά από Έλληνες επιστήμονες- Lambda Team, η οποία προ μερικών ημέρων είδε τον μικροδορυφόρο Λ-sat [7] που ανέπτυξε η ίδια (αποτελώντας έτσι τον πρώτο δορυφόρο ελληνικής σχεδίασης) να εκτοξεύεται με επιτυχία από την NASA και να συνδέεται με τον ISS, πρέπει να αποτελέσει παράδειγμα προς μίμηση και ίσως η Πολιτεία θα έπρεπε να έρθει σε επαφή με την εν λόγω επιστημονική ομάδα ώστε οι γνώσεις και οι εμπειρίες τους να αξιοποιηθούν και για εθνικούς σκοπούς. Όσον αφορά το βασικό αισθητήρα του δορυφόρου εκτιμούμε ότι και αυτός θα μπορούσε να αναπτυχθεί εγχώρια. Ακόμη όμως και αν αυτό δεν αποδειχθεί εφικτό, θα μπορούσε να εισαχθεί από το εξωτερικό. Μια διακριτική ικανότητα της τάξης των 5μ. θα ήταν υπεραρκετή εφόσον μιλάμε για απλούς δορυφόρους παρατήρησης-έγκαιρης προειδοποίησης, οι οποίοι θα χρησιμοποιούνται συμπληρωματικά ως προς τους ικανότερους και μεγαλύτερους των προγραμμάτων BOC-Helios και MUSIS.
  • O υπαγόμενος στο ΓΕΕΘΑ Δορυφορικός Σταθμός Εδάφους θα πρέπει να αναπτύξει όσο το δυνατόν στενότερη συνεργασία με τη ΔΔΣΠ και την 140 ΣΕΠΗΠ της Π.Α. ώστε να προσφέρεται μια ενιαία και πλήρως εκμεταλλεύσιμη πληροφοριακή εικόνα στις Ένοπλες Δυνάμεις. Αν σε αυτή την αλυσίδα συμπεριληφθούν και άλλες Υπηρεσίες που μπορούν να προσφέρουν έμμεσα σε αυτόν τον τομέα (π.χ. η Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού), το αποτέλεσμα θα είναι πλήρως ολοκληρωμένο.
_____________
Σημειώσεις:
[1] Δημόσια Διαβούλευση για τη διαμόρφωση Σχεδίου Εθνικής Στρατηγικής στον τομέα του Διαστήματος, http://www.gsrt.gr
[2] Λειτουργεί με εμπορικά κριτήρια και κατέχει άλλους 6 δορυφόρους τελευταίας γενιάς. Μέτοχοι της εταιρείας είναι οι 21 χώρες του Αραβικού Συνδέσμου, με κύριους μετόχους τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ, το Κουβέιτ και τη Λιβύη.
[3] O Inmarsat (International Maritime Satellite Organization) είναι ένας διεθνής τηλεπικοινωνιακός οργανισμός, με έδρα το Λονδίνο, ο οποίος προσφέρει παγκόσμιες δορυφορικές επικοινωνίες με έμφαση στον τομέα της ναυτιλίας. Ιδρύθηκε το 1979 και αποτελείται από 86 κράτη-μέλη, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα.
[4] Πρόσθετες πληροφορίες για την διαχρονική εξέλιξη της εκμετάλλευσης του Διαστήματος για σκοπούς εθνικής ασφάλειας στο Αλέξανδρος Κολοβός, «Διάστημα και εθνική ασφάλεια. Πολιτικές και στρατηγικές διαστάσεις», (Αθήνα: Ποιότητα, 2003).
[5] Η ξεχωριστή αυτή υπηρεσία του Ιδρύματος (ΤṺΒΙΤΑΚ UZAY), ιδρύθηκε το 2006 και έκτοτε είναι ιδιαίτερα δραστήρια.
[6] Βλ. http://hellarmforces2010.blogspot.gr/2013/06/uav.html
[7] Το σύστημα επικοινωνίας του 2 κιλών δορυφόρου αποτελείται από ένα μόντεμ Iridium Short Burst Data (SBD), καθώς και δύο συσκευές UHF για uplink και downlink. Τα ηλεκτρονικά συστήματα είναι ενοποιημένα και λειτουργούν χάρη σε ένα σύστημα παροχής ενέργειας και έναν κεντρικό υπολογιστή. Επίσης, ο δορυφόρος διαθέτει δέκτη AIS για παρακολούθηση ελληνικών εμπορικών πλοίων και προστασία τους από πειρατικές επιθέσεις. Παράλληλα, ο Λ-sat θα συμμετάσχει σε ένα νέο επιστημονικό πείραμα, με σκοπό τη μέτρηση της επίδρασης της ακτινοβολίας στο γραφένιο υπό κανονικές συνθήκες σε χαμηλή γήινη τροχιά (LEO).

e-amyna