Σάββατο, 30 Οκτωβρίου 2010

Σε διεθνή απομόνωση το Ισραήλ

Σε πλήρες αδιέξοδο οδηγήθηκαν για μια ακόμη φορά –ένατη!– οι απευθείας διαπραγματεύσεις για το Παλαιστινιακό μεταξύ του Ισραήλ και της Παλαιστινιακής Αρχής. Η εξέλιξη ήταν σε τέτοιο βαθμό αναμενόμενη, ώστε να δικαιώνονται εξ ολοκλήρου όσοι διαφωνούσαν με την έναρξη των απευθείας διαπραγματεύσεων αποδοκιμάζοντας την προθυμία του Αμπάς να προσέλθει στο τραπέζι των συνομιλιών. Ο όρος που ζητούσαν από τον Αμπάς να θέσει στο Ισραήλ για να ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις ήταν η απαγόρευση –σε πρώτη φάση– της επέκτασης των εβραϊκών οικισμών στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη και την Ανατολική Ιερουσαλήμ, όπου κατοικούν 300.000 και 200.000 Εβραίοι έποικοι αντίστοιχα.

Και στη συνέχεια η διάλυση των οικισμών, η ανέγερση των οποίων έχει καταδικαστεί αλλεπάλληλες φορές από τον ΟΗΕ και έχει χαρακτηριστεί παράνομη. Η απόσυρση των Εβραίων από τα κατεχόμενα εδάφη αποτελεί προϋπόθεση, αναντικατάστατο όρο, για τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου και βιώσιμου παλαιστινιακού κράτους, καθώς η παρουσία τους στις πιο γόνιμες εκτάσεις και τα στρατηγικά σημεία –για παράδειγμα, επάνω σε λόφους– το μόνο που αφήνει στους Παλαιστίνιους για κράτος είναι αποκομμένοι θύλακες, χωρίς γεωγραφική συνέχεια. Ένα κράτος που θα μοιάζει με… ελβετικό τυρί, όπως εύστοχα έχει χαρακτηριστεί.

Το μορατόριουμ του Ισραήλ
Καθόλου τυχαία το Ισραήλ δεν απαγόρευσε την επέκτασή τους, παρά προχώρησε μόνο σε ένα «πάγωμα» (μορατόριουμ) δέκα μηνών, η λήξη του οποίου στις 26 Σεπτεμβρίου σηματοδότησε την απόσυρση της Παλαιστινιακής Αρχής από τις διαπραγματεύσεις. Ασπίδα προστασίας στο κύρος της Αρχής προσέφερε η Αραβική Ένωση, η οποία, κατά τη διάρκεια ειδικής συνεδρίασής της στη Λιβύη την προηγούμενη Παρασκευή, έδωσε διορία ενός μήνα στις ΗΠΑ να λύσουν το αδιέξοδο… Πρόκειται για πρόταση που δεν αποκλείεται να αποβεί εξαιρετικά… επωφελής για το Ισραήλ, καθώς σύμφωνα με δημοσιεύματα παζαρεύει νέες στρατιωτικές συμφωνίες και πολεμικό υλικό με τις ΗΠΑ, προκειμένου να ανακοινώσει ένα νέο «πάγωμα» των εποικισμών ολίγων πάλι μηνών. Έτσι όμως το Ισραήλ θα καταφέρει το, εκ πρώτης όψεως, αδύνατο: Να συμμετέχει σε αλλεπάλληλους γύρους διαπραγματεύσεων χωρίς να παραχωρεί, ούτε καν να υπόσχεται τίποτε σε ό,τι αφορά τα επίμαχα, εξασφαλίζοντας ωστόσο πολλές μικρές επιτυχίες που βελτιώνουν την οικονομική και στρατιωτική του θέση. Το Ισραήλ, εν ολίγοις, επενδύει με τη συμμετοχή του στις διαπραγματεύσεις κερδίζοντας χρόνο και χρήμα. Υπό αυτό το πρίσμα δεν μπορεί να μην επαινεθεί η στάση της διπλωματικής εκπροσώπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Κάθριν Άστον, η οποία αρνήθηκε να παρευρεθεί στην πανηγυρική έναρξη των διαπραγματεύσεων στην Ουάσιγκτον, εκφράζοντας με αυτό τον τρόπο τις επιφυλάξεις της για την έκβασή τους. Στο ίδιο μήκος κύματος κυμάνθηκε και η δήλωση των υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ στις 18 και 19 Σεπτεμβρίου, όταν, κομψά μεν αποφασιστικά δε, αρνήθηκαν να δώσουν το «πράσινο φως» στο αίτημα του Ισραήλ για σύσφιξη των σχέσεών του με την ΕΕ, δηλώνοντας ότι πρώτα περιμένουν τα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων. Φαίνεται έτσι ότι το Ισραήλ, παρότι προσήλθε στις διαπραγματεύσεις όχι απλά με άδεια χέρια, αλλά οπλοφορώντας κιόλας, τις «πούλησε» με επιδέξιο τρόπο, επιδιώκοντας να σπάσει την απομόνωσή του. Η σχετικά «υποψιασμένη» στάση της ΕΕ απέναντι στο Ισραήλ, που δεν παραγράφει τις τεράστιες ευθύνες της για τη χρόνια στασιμότητα, είναι εμφανές ότι αφήνει έκθετη την ελληνική κυβέρνηση που ανακοινώνει τη μία συμφωνία μετά την άλλη με το Ισραήλ. Πρόκειται για μια κατεύθυνση εξωτερικής πολιτικής που συγχρονίζεται πλήρως με τη γραμμή απέναντι στο Ισραήλ που υιοθετούν και προκρίνουν διεθνώς οι πιο φιλοπόλεμοι και επιθετικοί κύκλοι της Ουάσιγκτον.


Η αλλαγή για την ισραηλινή υπηκοότητα
Το μέγεθος της απειλής που συνιστά το Ισραήλ για τη διεθνή νομιμότητα και το αξιακό κεκτημένο φάνηκε επίσης από την απόφαση που έλαβε το υπουργικό του συμβούλιο την Κυριακή, βάσει της οποίας όποιος θέλει στο εξής να λάβει την ισραηλινή υπηκοότητα θα πρέπει να ορκίζεται πίστη στο «εβραϊκό και δημοκρατικό» χαρακτήρα του κράτους. Παρακάμπτοντας την εμφανή αντίφαση που ενυπάρχει στο χαρακτηρισμό «εβραϊκό και δημοκρατικό» –μια και αν τα δημοκρατικά δικαιώματα αφορούν μόνο τους Εβραίους δεν είναι δημοκρατικά, δηλαδή καθολικά–, το Ισραήλ μετατρέπεται σε ένα ρατσιστικό κράτος, που υποβαθμίζει αυτόματα σε πολίτες δεύτερης κατηγορίας τους 1,5 εκατομμύριο Άραβες πολίτες του, οι οποίοι αποτελούν το 20% του πληθυσμού. Η ανακοίνωση του ρατσιστικού αυτού μέτρου έγινε υπό την ανοχή όλων των δυτικών κυβερνήσεων που διερρήγνυαν τα ιμάτιά τους δέκα χρόνια πριν, όταν κατηγορούσαν το δολοφονημένο πλέον πρόεδρο της Σερβίας Μιλόσεβιτς για φυλετικές διακρίσεις και εξαπέλυαν ακόμη και στρατιωτική εισβολή επικαλούμενοι τα δικαιώματα των εθνικών μειονοτήτων! Οι Παλαιστίνιοι προφανώς δεν συγκαταλέγονται στις «στρατηγικές μειονότητες», όπως είχαν χαρακτηρίσει τότε ο Μπιλ Κλίντον και ο Τζορτζ Σόρος τους Αλβανούς, για παράδειγμα. Άμεσα, η απόφαση της κυβέρνησης –για να γίνει νόμος θα πρέπει να ψηφιστεί από την Κνεσέτ, κάτι που θεωρείται δεδομένο– δεν θα έχει σημαντικές επιπτώσεις. Μακροπρόθεσμα όμως οι συνέπειες θα είναι καταλυτικές, καθώς δημιουργεί νέα, ανυπέρβλητα εμπόδια στο αίτημα επιστροφής των εκατομμυρίων Παλαιστινίων προσφύγων που εκδιώχθηκαν από τους Ισραηλινούς κατακτητές. Επιπλέον, κανείς δεν αποκλείει η ισχύς του νόμου να επεκταθεί εν μία νυκτί σε όσους ενηλικιώνονται και αιτούνται εκλογικού δικαιώματος, να τους ζητιέται, δηλαδή, όρκος πίστης στον εβραϊκό χαρακτήρα του κράτους, με αποτέλεσμα οι Παλαιστίνιοι που ζουν στα κατεχόμενα εδάφη να έχουν να επιλέξουν είτε την προσφυγιά είτε την παραίτηση από το δικαίωμα ψήφου για να μην υποστούν την ταπείνωση μιας δήλωσης απεμπόλησης της φυλετικής τους προέλευσης. Τέλος, η κατοχύρωση του εβραϊκού χαρακτήρα του κράτους συνιστά μια νίκη του Νετανιάχου, καθώς αποτελούσε μόνιμο αίτημά του προς την παλαιστινιακή πλευρά καθ’ όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων. Κι αυτό που δεν δέχτηκε η παλαιστινιακή πλευρά, γιατί τότε η Δυτική Όχθη και η Ανατολική Ιερουσαλήμ θα έπαυαν να είναι κατεχόμενα εδάφη, γίνεται τελικά νόμος του κράτους.

Κράτος με φυλετικές βάσεις
Η μετατροπή του Ισραήλ και επισήμως σε κράτος δομημένο σε αυστηρά φυλετικές βάσεις, όπως το νοτιοφρικανικό απαρτχάιντ, σε συνδυασμό με το άδοξο τέλος των διαπραγματεύσεων συνιστά πλήγμα για την Παλαιστινιακή Αρχή. Έρχεται μάλιστα δέκα ακριβώς χρόνια μετά την έναρξη της δεύτερης Ιντιφάντα, που ξεκίνησε με μια προβοκάτσια του υποψήφιου τότε πρωθυπουργού Αριέλ Σαρόν, και κατέληξε με την υποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων κατοχής από τη Γάζα. Ο φόρος αίματος που πλήρωσε ο παλαιστινιακός λαός ωστόσο ήταν συνταρακτικός: 4.000 νεκροί, 10.000 σοβαρά τραυματίες, 1.000 ανάπηροι και πολλές χιλιάδες φυλακισμένοι. Το σημαντικότερο όλων, ωστόσο, ήταν η νίκη που σήμανε η απελευθέρωση της Γάζας. Οπότε, το ερώτημα που αβίαστα προκύπτει με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα χρόνων είναι: Τι αποτελέσματα έφερε η στροφή 180 μοιρών που εγκαινίασε η ενδοτική γραμμή του Αμπάς που αποκλείει κάθε μορφή ένοπλης αντίστασης και εναποθέτει όλες τις ελπίδες επίλυσης του Παλαιστινιακού στους Αμερικανούς και στο Ισραήλ, δηλαδή στους ηθικούς και φυσικούς αυτουργούς της κατοχής; Είναι ηλίου φαεινότερο ότι η γραμμή του Αμπάς δεν έφερε καμία νίκη στους Παλαιστίνιους. Αντίθετα, απομάκρυνε τη λύση του ζητήματος, καθώς επεκτάθηκαν οι εποικισμοί στα Κατεχόμενα, αυξάνοντας την πολυπλοκότητα των προβλημάτων που θα πρέπει να λυθούν, και βάθυνε ο διχασμός του ίδιου του παλαιστινιακού λαού, επιλέγοντας ακόμη και την ένοπλη αντιπαράθεση με τη Χαμάς. Από την άλλη, η συνεχής παραβίαση κάθε αρχής του διεθνούς δικαίου έχει οδηγήσει τη διεθνή επιρροή του Ισραήλ στο ναδίρ. Η σφαγή τουλάχιστον εννέα ακτιβιστών από τον ισραηλινό στρατό το Μάιο, που επέβαιναν στο «Στολίσκο της Ελευθερίας» πλέοντας σε διεθνή ύδατα με κατεύθυνση τη Γάζα, ήταν το πιο κορυφαίο, πρόσφατο γεγονός, αλλά όχι το μοναδικό. Ως αποτέλεσμα της πολιτικής που ακολουθεί το Ισραήλ, πρόσφατα στοιχεία της Ισραηλινής Στατιστικής Υπηρεσίας δείχνουν ότι ο αριθμός των Εβραίων που μεταναστεύει κάθε χρόνο στο Ισραήλ έφτασε στο χαμηλότερο σημείο από το 1988. Επίσης, 750.000 άτομα έχουν φύγει από το Ισραήλ για να ζήσουν στις ΗΠΑ, στον Καναδά και στην Ευρώπη, σύμφωνα με την πιο πρόσφατη (7-13 Οκτωβρίου) αιγυπτιακή εφημερίδα Al Ahram Weekly, παύοντας πλέον να το θεωρούν ως τον ασφαλέστερο τόπο για να ζήσει ένας Εβραίος. Πολλοί περισσότεροι, επίσης, ζητούν να αποκτήσουν και δεύτερο διαβατήριο, προκαλώντας βαθιά ανησυχία στην ισραηλινή πολιτική ηγεσία που βλέπει ακόμη και τη μικρή μειοψηφία των Εβραίων δημοκρατών να γυρίζει την πλάτη στο Ισραήλ, δίνοντας έτσι μεγαλύτερο βάθος στη διεθνή του απομόνωση.


m-epikaira