Δευτέρα, 4 Οκτωβρίου 2010

«Φούσκα» αποδείχθηκε η επίσκεψη Ερντογάν

του Γιώργου Δελαστίκ - Mε αναστεναγμό ανακούφισης υποδέχτηκε ο ελληνικός λαός την αναχώρηση από την Αθήνα του Τούρκου πρωθυπουργού Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Ο επίσημος προσκεκλημένος της κυβέρνησης Παπανδρέου δεν έφερε το παραμικρό πολιτικό δώρο. Ούτε καν κάποια ρύθμιση στο ήσσονος σημασίας, καθαρά συμβολικού χαρακτήρα, θέμα της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, όπου είχαν επικεντρωθεί οι προσδοκίες των εδώ κυβερνώντων. Έτσι, κυριάρχησε το αίσθημα ότι τουλάχιστον γλιτώσαμε τα χειρότερα.

Εν κατακλείδι, η δήθεν «ιστορική» και σίγουρα εντυπωσιοθηρικά στημένη επίσκεψη του Τούρκου πρωθυπουργού απέβη μια υπερδιογκωμένη επιχείρηση δημόσιων σχέσεων με αποδέκτες τις ΗΠΑ και την Ευρώπη – μια προπαγανδιστική «φούσκα». Η άκαμπτη στάση του Ερντογάν αφαίρεσε έτσι κάθε δυνατότητα ουσιαστικών συζητήσεων μεταξύ των δύο πλευρών – κάτι που βεβαίως καθόλου δεν δυσαρέστησε τον ελληνικό λαό, ο οποίος διακατεχόταν από τη βάσιμη ανησυχία ότι η κυβέρνηση Παπανδρέου ήταν εντελώς αποδυναμωμένη στο εσωτερικό και στο διεθνές επίπεδο για να διεξαγάγει αυτή τη στιγμή οποιασδήποτε μορφής διαπραγματεύσεις με την Τουρκία.

Ανυποχώρητος σε όλα
Ο Ερντογάν ήταν εντυπωσιακά ανυποχώρητος σε όλα ανεξαιρέτως τα θέματα που έχει θέσει η Άγκυρα ως μονομερή αιτήματα έναντι της Ελλάδας. Ένας προσεκτικός αναλυτής, μάλιστα, θα διαπιστώσει ότι ορισμένες διατυπώσεις θέσεών του κατά τη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου που έδωσε από κοινού με τον Γιώργο Παπανδρέου ήταν αισθητά σκληρότερες από παλαιότερες διατυπώσεις που ο ίδιος ο Ερντογάν είχε χρησιμοποιήσει.
Δεν άφησε καμιά απολύτως ελπίδα διευθέτησης οποιουδήποτε θέματος. Ακόμη και για το περιβόητο casus belli της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης δήλωσε ότι «δεν είναι θέμα που μπορεί να λυθεί μονομερώς», εννοώντας προφανώς ότι το casus belli θα αρθεί μόνο αν η Αθήνα… παραιτηθεί από το δικαίωμά της που απορρέει από το Δίκαιο της Θάλασσας να επεκτείνει από 6 σε 12 ναυτικά μίλια τα χωρικά ύδατα της χώρας μας.
Όσο για τις παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου στο Αιγαίο από τουρκικά πολεμικά αεροσκάφη, ο Ερντογάν υποστήριξε ότι «στα πρακτικά του ΝΑΤΟ οι πτήσεις αυτές δεν έχουν σημειωθεί ως παραβιάσεις»! Δεν παρέλειψε βεβαίως να υποστηρίξει την πάγια τουρκική θέση ότι «τα αεροπλάνα που υπερίπτανται του Αιγαίου δεν πρέπει να είναι εξοπλισμένα», οπότε η Άγκυρα να μπορεί να κάνει ελεύθερα όσες παραβιάσεις θέλει χωρίς να φοβάται μην τυχόν και υπάρξει κάποιο «θερμό» επεισόδιο.
Αναφορικά με την Κύπρο, η ουσία της θέσης του Ερντογάν είναι όχι ότι υφίσταται τουρκική κατοχή τμήματος του νησιού, αλλά ότι… «υπήρξε ανηθικότητα» προς την Τουρκία και την τουρκοκυπριακή πλευρά επειδή τα Κατεχόμενα δεν εντάχθηκαν στην ΕΕ μετά το 76% του «Όχι» των Ελληνοκυπρίων στο Σχέδιο Ανάν!

Γιατί ήρθε;
Η αδιάλλακτη στάση του Ερντογάν σε όλα ανεξαιρέτως τα θέματα προκαλεί μια εύλογη απορία: Γιατί ήρθε στην Αθήνα ο Τούρκος πρωθυπουργός; Τι επιδίωκε με την επίσκεψή του, αφού είναι εξόφθαλμο ότι δεν επιδίωξε κανενός είδους ρυθμίσεις σε κανένα ζήτημα; Η απάντηση είναι απλή. Για την ώρα, του αρκούσε το σόου της επίσκεψης στην Αθήνα. Του αρκούσε να εντάξει το φαντασμαγορικό θέαμα της κουστωδίας των τριακοσίων συνοδών του, τη φωτογραφία με τον Μίκη Θεοδωράκη εν μέσω αυτού και του Γιώργου Παπανδρέου στο υπέροχο νυχτερινό φόντο του φωτισμένου Παρθενώνα κ.λπ., στο πλαίσιο της πολιτικής «μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες» που έχει συλλάβει ο ιδιοφυής Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου και υλοποιεί ο Ερντογάν. Η τουρκική κυβέρνηση επιδιώκει να αναδείξει τη χώρα της ως ηγεμονική περιφερειακή δύναμη στα Βαλκάνια, στη Μέση Ανατολή, στον Καύκασο, στην Κεντρική Ασία. Λειτουργεί ως κληρονόμος αυτοκρατορίας και θεωρεί περίπου ισότιμους συνομιλητές της τις ΗΠΑ, τη Γερμανία, τη Ρωσία, τη Γαλλία, τη Βρετανία, αναπολώντας αλλά και επιδιώκοντας να αναβιώσει μια κατάσταση που υπήρχε μέχρι πριν από έναν αιώνα.
«Στόχος μας είναι, φτάνοντας στην 100ή επέτειο της Δημοκρατίας μας [Σ.Σ.: το 2023]… να βρεθεί η Τουρκία μεταξύ των δέκα πρώτων οικονομιών του κόσμου (!)», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Ερντογάν σε συνέντευξή του στα Νέα. Πέρα από την εξόφθαλμη μεγαλομανία αυτών των στόχων, η Άγκυρα πολύ σωστά από την πλευρά της εκτιμά ότι δεν είναι δυνατό να αυτοπροβάλλεται ως ισότιμος συνομιλητής των μεγάλων χωρών του πλανήτη και ταυτόχρονα να παραμένει βυθισμένη σε έναν κυκεώνα διμερών προβλημάτων με πάμπολλες «μικρές» χώρες, την Ελλάδα, την Κύπρο, την Αρμενία, τη Συρία, το Ιράκ κ.λπ. Δεν είναι αξιόπιστη ως υποψήφια ηγεμονική δύναμη, έστω και περιφερειακή, μια χώρα βαλτωμένη σε πληθώρα διμερών προβλημάτων με γειτονικές χώρες.
Αυτό το ζήτημα προσπαθεί να αντιμετωπίσει η πολιτική των «μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες». Δεν αποσκοπεί στη λύση των προβλημάτων. Ενδιαφέρεται για την επίτευξη συμφωνιών που δίνουν την εικόνα της δρομολόγησης των διμερών προβλημάτων προς λύση μέσω πολιτικών και διπλωματικών συνομιλιών και διαπραγματεύσεων ρουτίνας.
Όλος ο κόσμος έμαθε, για παράδειγμα, για την επιβολή της συμφωνίας εξομάλυνσης των σχέσεων Τουρκίας – Αρμενίας. Πολύ λιγότεροι γνωρίζουν ότι η ίδια η Άγκυρα αχρήστευσε στη συνέχεια τη συμφωνία αυτή, αφού προηγουμένως είχε εξευτελίσει την αρμενική ηγεσία, απαιτώντας εκ των υστέρων να επιβάλει πρόσθετους όρους στους Αρμένιους για να την εγκρίνει η Τουρκική Εθνοσυνέλευση.

Γιατί τον έφερε ο Γιώργος Παπανδρέου;
Οι στόχοι του Ερντογάν υπηρετήθηκαν πλήρως με την επίσκεψή του εδώ. Ο Έλληνας πρωθυπουργός όμως γιατί τον έφερε στην Αθήνα, αφού προφανώς γνώριζε εκ των προτέρων ότι ο Τούρκος ομόλογός του δεν κόμιζε κάποια ρύθμιση που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως «γυάλινη χάντρα» και «καθρεφτάκι» για τους Έλληνες ιθαγενείς;
Ο Γιώργος Παπανδρέου έφερε στην Ελλάδα τον Ερντογάν για τους δικούς του επικοινωνιακούς λόγους, για τις δικές του προσωπικές διεθνείς δημόσιες σχέσεις, είναι η απάντηση.
Μέσα στη χώρα μας ο Γιώργος Παπανδρέου βρίσκεται σε πλήρη πολιτική απομόνωση τόσο από το λαό, που είναι αγανακτισμένος με τα επαίσχυντα οικονομικά μέτρα, όσο και από τα πολιτικά κόμματα. Η στήριξη μόνο από το ΛΑΟΣ σίγουρα δεν τον κάνει να αισθάνεται καλύτερα.
Σε διεθνές επίπεδο, το κύρος του είναι καταρρακωμένο. Τι προσωπικό κύρος να έχει ως πρωθυπουργός της Ελλάδας, από τη στιγμή που κατέστησε τη χώρα οικονομικό προτεκτοράτο υπό την επικυριαρχία του ΔΝΤ και της ΕΕ; Αλλά και ως πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς έχει μεταβληθεί πλέον σε κινητή δυσφήμηση των σοσιαλδημοκρατικών ιδεών με τα βάρβαρα αντεργατικά μέτρα ακραίου νεοφιλελεύθερου χαρακτήρα που έχει υιοθετήσει κατ’ εντολήν του ΔΝΤ και της ΕΕ.
Φέρνοντας, λοιπόν, τον Ερντογάν στην Ελλάδα και ανεβάζοντας αυτή την πολιτική θεατρική παράσταση της «ελληνοτουρκικής προσέγγισης», ο Γιώργος Παπανδρέου ήθελε να αποσπάσει την επιδοκιμασία των Αμερικανών και κάποιων Ευρωπαίων για την πρωτοβουλία του, σπάζοντας έστω και για δύο τρία 24ωρα την εικόνα του ως απελπισμένου ηγέτη χρεοκοπημένης χώρας που τον συνοδεύει επί μήνες τώρα.


Οι κίνδυνοι
Αυτού του είδους οι δημόσιες σχέσεις όμως δεν είναι καθόλου ακίνδυνες. Όλοι γνωρίζουν ότι εξαιτίας της οικονομικής πολιτικής της η κυβέρνηση Παπανδρέου είναι μια εξαιρετικά αποδυναμωμένη κυβέρνηση. Χωρίς στήριξη από το λαό, χωρίς διεθνείς συμμαχίες, με διεθνές κύρος στο ναδίρ.
Μια τέτοια κυβέρνηση είναι εντελώς ακατάλληλη για να διαπραγματευτεί με την Τουρκία. Οι συμφωνίες αντανακλούν πάντοτε το συσχετισμό δυνάμεων, άρα εξ ορισμού οποιαδήποτε ελληνοτουρκική συμφωνία σήμερα θα είναι εξαιρετικά ετεροβαρής εις βάρος της Ελλάδας.
Ας αφήσει, λοιπόν, κατά μέρος τις δημοσιοσχεσίτικες πρωτοβουλίες αυτού του είδους ο πρωθυπουργός και ας εστιάσει την προσοχή του στο πώς θα αποτρέψει να εκμεταλλευτεί η Άγκυρα την τραγική αποδυνάμωση της χώρας. Αν το καταφέρει αυτό, θα έχει πετύχει κάτι.

m-epikaira