Παρασκευή, 16 Ιουλίου 2010

Ο Λεωνίδας Αργυρίδης γυρνάει το χρόνο στις 15 Ιουλίου 1974 - Σκότωσαν την αδελφή μου

Όλα κάποτε γίνονται ρουτίνα. Ακόμα και η «υποχρέωσή» μας να καταδικάζουμε το δίδυμο έγκλημα του πραξικοπήματος και της εισβολής του Ιουλίου του 1974. Ρουτίνα και η έκφραση «μαύρος Ιούλης». Για τον Λεωνίδα Αργυρίδη μαύροι δεν είναι μόνο οι Ιούληδες που πέρασαν από το ΄74 μέχρι σήμερα, αλλά όλες οι μέρες, όλοι οι μήνες και όλα τα χρόνια. Ίσως ακόμα και να αδιαφορεί για την πολιτική αντιπαράθεση που κίνησε τα τανκς το πρωί της 15ης Ιουλίου. Εκείνην την ημέρα ο ίδιος έχασε την παιδική του αθωότητα και την 18χρονη αδελφή του. Ήταν η μέρα που σημάδεψε τη ζωή του, τα κομμάτια της οποίας προσπαθεί να μαζέψει ανεπιτυχώς για 36 χρόνια. Η προσωπική του ιστορία είναι η ιστορία των ανθρώπων που, με την κυνική ορολογία που εισήγαγαν και στο δικό μας λεξιλόγιο οι Αμερικανοί...χαρακτηρίζονται «παράπλευρες απώλειες».
Κόλαση
Το πρωί της 15ης Ιουλίου του 1974 ο 12χρονος Λεωνίδας εργαζόταν σε ένα καφενείο στην οδό Ονασαγόρου. Η αδελφή του Αντρούλλα, στην οδό Λήδρας, σε ένα τουριστικό γραφείο, διευθετούσε ταξίδια για άλλους, μη γνωρίζοντας ότι σε λίγες ώρες θα έκανε η ίδια το πιο αποκρουστικό ταξίδι. Θα περνούσε τον Αχέροντα, κρατώντας το χέρι του αδελφού της. Όταν ακούστηκαν οι πρώτοι πυροβολισμοί και άρχισε να κυκλοφορεί η φήμη του πραξικοπήματος, η Αντρούλλα έφυγε από τη δουλειά της και έτρεξε στην οδό Ονασαγόρου για να πάρει τον Λεωνίδα και να γυρίσουν στο σπίτι τους στο Καϊμακλί. «Δεν είχε εμπιστοσύνη σε κανέναν και δεν δέχθηκε να επιβιβαστούμε σε αυτοκίνητο για να μας πάνε στο σπίτι, θυμάται ο Λεωνίδας. Τα δύο αδέλφια, όταν έφτασαν από την Πλατεία Ελευθερίας στη στάση που βρίσκεται κάτω από το τέμενος Μπαϊρακτάρη, άκουσαν πυροβολισμούς.

«Ένας στρατιώτης που βρισκόταν με άλλους σε ένα στρατιωτικό φορτηγό αναγνώρισε στη στάση τη μητέρα του», θυμάται ο Λεωνίδας, «και της φώναξε ότι τον στέλνουν σε πόλεμο στον οποίο θα χυθεί αδελφικό αίμα και δεν ξέρει αν θα γυρίσει ζωντανός». Αμέσως ακούστηκαν ριπές από τους πραξικοπηματίες και τραυμάτισαν το στρατιώτη στα πόδια. Λίγα μέτρα παρακάτω, εκεί όπου βρίσκεται το «Ταξί Κυριάκος», στο απέναντι πεζοδρόμιο βρισκόταν ξαπλωμένος στο έδαφος ένας άντρας ο οποίος είχε πυροβοληθεί στην κοιλιά και ήταν νεκρός. Ο Λεωνίδας δεν άντεξε την οσμή και την όψη του θανάτου και λιποθύμησε. Τον συνέφερε ο ιερέας της Παναγίας του Τράχωνα που βρέθηκε εκεί και ο οποίος καθοδήγησε τα δύο αδέλφια για το πώς θα αποφύγουν τα μπλόκα των πραξικοπηματιών. «Στην αγορά του Αγίου Αντωνίου δεχθήκαμε πυρά και ευτυχώς μας έκρυψε στην είσοδο της κλινικής τού Οδυσσέα Ιωαννίδη ο μπακάλης Αντρέας Αψερός, ο οποίος μας προστάτευσε με τα χέρια του», λέει ο Λεωνίδας Αργυρίδης, ο οποίος σημειώνει ότι τα σημάδια από τις σφαίρες βρίσκονται ακόμα στον τοίχο. Τα δύο αδέλφια κατάφεραν να φτάσουν στην εκκλησία της Παναγίας της Ευαγγελίστριας όπου είδαν ένα όχημα της ΕΦ με έναν στρατιώτη να πυροβολεί στους τοίχους του ναού, καλώντας τον Παπά-Φονιά να βγει έξω. Δύο ιερωμένοι έκρυψαν τα δύο αδέλφια στο υπόγειο της εκκλησίας και μετά από μία ώρα, όταν ησύχασαν τα πράγματα, μπόρεσαν να περπατήσουν μέχρι την οδό Ονησίλου όπου στον αριθμό 26 βρισκόταν το σπίτι τους.


Δολοφόνοι
Η 18χρονη Αντρούλλα έστειλε τον Λεωνίδα με το ποδήλατό του στο περίπτερο της γειτονιάς για να της φέρει ασπιρίνες γιατί ένιωθε έντονο πονοκέφαλο. «Πήγα στο περίπτερο του κ. Ευγένιου στην οδό Αρσινόης και όταν επέστρεφα στο σπίτι άκουσα σφαίρες να συρίζουν γύρω μου. Τα βλήματα χτύπησαν τις ακτίνες του ποδηλάτου κι εγώ έπεσα κάτω και φώναζα», λέει ο Λεωνίδας, ο οποίος θυμάται ότι αμέσως πετάχτηκε έξω από το σπίτι η μητέρα του και έτρεξε προς το μέρος του. Η αδελφή του Αντρούλλα άνοιξε το παράθυρο για να δει τι συμβαίνει και φώναζε να μπούνε στο σπίτι.
«Μείναμε στο σπίτι για μία ώρα και 15 λεπτά και έξω επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Η αδελφή μου μου ζήτησε να βγούμε και να πάμε στο διπλανό σπίτι που είχαν χτίσει οι γονείς μου για την Αντρούλλα. Μόλις βγήκαμε έξω στη βεράντα και αρχίσαμε να κατεβαίνουμε τα σκαλοπάτια για την αυλή δεχθήκαμε πυροβολισμούς. Η Αντρούλλα άφησε το χέρι μου και με έστειλε στο σπίτι. Μπήκα στην κουζίνα, αλλά η αδελφή μου δεν με ακολούθησε. Κοίταξα από το παράθυρο και δέχθηκα πυροβολισμούς. Είδα την αδελφή μου να προχωράει στην τουαλέτα και να πέφτει κάτω, κρατώντας την πόρτα της τουαλέτας». Ο Λεωνίδας θυμάται ότι είδε δύο ένοπλους με μπλε φόρμες μηχανικού που ήταν σε ημι-ανεγειρόμενη διώροφη κατοικία στην οδό Βουλγαροκτόνου 17 - 18. Σε ένα κυπαρίσσι σκαρφαλωμένος ήταν ακόμα ένας. Ήταν οι δολοφόνοι!
--------------------------------------------------------------------------------
Τους πετύχαμε;
Με την Αντρούλλα να κείτεται τραυματισμένη στο έδαφος και τις σφαίρες να πέφτουν βροχή, ο 5χρονος αδελφός τού Λεωνίδα, ο Μάριος, κλείστηκε έντρομος στο ντουλάπι της κουζίνας ενώ η μητέρα τους έπεσε λιπόθυμη. Ο Λεωνίδας βγήκε έξω από το σπίτι και άκουσε τον ένα ένοπλο να λέει στους άλλους: «Ρε, τους πετύχαμε; Αν δεν τους πετύχαμε τελειώνετε, γιατί ο μπάσταρδος φωνάζει βοήθεια και βγήκαν οι γείτονες έξω και θα μας πάρουν χαμπάρι». Ο Λεωνίδας άνοιξε την πόρτα της τουαλέτας και αντίκρισε την αδελφή του πεσμένη να βαριανασαίνει. «Ήταν ζωντανή και έκανε τον σταυρό της και μου είπε να μην φοβάμαι. Μου έλεγε ότι τους είδε τους οπλοφόρους». Ο Λεωνίδας, έντρομος, βγήκε στο δρόμο και άρχισε να φωνάζει για βοήθεια.

politis-news