Ο Alkan Chaglar, γεννήθηκε στις 5 Αυγούστου 1981 (1981-08-05) (28 ετών) στο Λονδίνο, είναι Τουρκοκύπριος δημοσιογράφος και αρθρογράφος για την εβδομαδιαία δίγλωσση (Αγγλικά-Τουρκικά) εφημερίδα Toplum Postasi. Πήρε την επαίδευση του στο Leicester, Liège, και στη Σχολή Ανατολικών και Αφρικανικών Σπουδών, με πλαίσιο τις γλώσσες, πολιτικές επιστήμες και την ιστορία. Επί του παρόντος ο Alkan κάνει τη διατριβή του πάνω στο φαινόμενο του θρησκευτικού συγκρητισμού για να πάρει το διδακτορικό του. Στην εβδομαδιαία του στήλη "Πολιτιστικές Επαφές" ο Alkan Chaglar γράφει με πάθος για τις διαπολιτισμικές επιρροές και την πολυμορφία σε πολυεθνικές χώρες και την κατάσταση των μειονοτικών γλωσσών στον κόσμο.Έχοντας Τουρκοκυπριακή προέλευση, ο Alkan έδειξε ενδιαφέρον για το φαινόμενο των κρυπτοχριστιανών και το θέμα του προσηλυτισμού στο Ισλάμ στην Κύπρο.
Στις 5 Μαΐου 2006 στην εφημερίδα Toplum Postasi, ο Alkan έγραψε για τους Λατίνους και τους Μαρωνίτες της Κύπρου που προσηλυτίστηκαν στο Ισλάμ κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας. Γράφει τα εξής:
Αν και δεν υποτιμάται η σημασία της εγκατάστασης Τούρκων μουσουλμάνων εποίκων από την Ανατολία, το ζήτημα του προσηλυτισμού στην Κύπρο είναι εξίσου καίριας σημασίας για την ιστορική εξέλιξη της σημερινής τουρκοκυπριακής κοινότητας. Ο προσηλυτισμός, η πράξη στο να παρακινείς κάποιον να αλλάξει τη δική του πίστη για την δική σου, ήταν μια πολύ κοινή πρακτική στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπως συνέβη σε πολλές χριστιανικές αυτοκρατορίες τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της βασιλείας των Οθωμανών. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο παρατεταμένος προσηλυτισμός επίσπευσε το σχηματισμό χαλαρών μουσουλμανικών κοινοτήτων σε διάφορες κτήσεις των Οθωμανών.
Ενώ στον Οθωμανικό Πόντο και στην Κρήτη, αυτοί που είχαν ασπασθεί το Ισλάμ ήταν κυρίως Έλληνες ορθόδοξοι χριστιανοί, στην Κύπρο, τουλάχιστον κατά την αρχική περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, οι ποιο πολλοί προσηλυτισμένοι φαίνεται να ήταν Λατίνοι και Μαρωνίτες. Χωρίς να κάνουμε κατάρτιση ενός καταλόγου για θρήνους, είναι σημαντικό, εκτός χρόνου, το τουλάχιστον να ήμαστε σε θέση να μιλήσουμε για γεγονότα του παρελθόντος, όπως αυτά είναι.
Μετά την ήττα των Βενετών από τους Οθωμανούς το 1572, δόθηκε στους Λατίνους κατοίκους της Κύπρου ένα τελεσίγραφο θανάτου, δουλείας ή αλλαγής της πίστης τους. Τουλάχιστον έτσι είναι αυτό που ισχυρίζονται πολλοί ακαδημαϊκοί.
Ο πολύ σεβαστός αραβολόγος και ιστορικός της Οθωμανικής ιστορίας, Ronald Jennings συνοψίζει τα συναίσθημα των Οθωμανών κατά τους ηττημένους Λατίνους ως εξής, "αντιμετώπιζαν τους Κυπρίους με υπόληψη και ήταν καλοπροαίρετοι απέναντί τους, αλλά δεν έδειξαν κανένα έλεος για τους Λατίνους". Ο Jennings περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο οι Ενετοί στρατιώτες που πιάστηκαν ως κρατούμενοι είχαν την ευκαιρία να απαλλαγούν από τη δουλεία ή το θάνατο αν άλλαζαν τη πίστη τους για το Ισλάμ, πόσο κοινό ήταν αυτό είναι άγνωστο, αλλά πολλές γνωστές προσωπικότητες, όπως ο βενετσιάνος διοικητής πυροβολικού, ο Hercules Martingengo, αλλαξοπίστησαν και ασπάστηκαν το Ισλάμ. Αν υψηλόβαθμοι διοικητές αλλαξοπίστησαν, τότε είναι πολύ πιθανό ότι θα υπήρχαν επίσης πολλοί αρνησίθρησκοι από τις κατώτερες βαθμίδες.
Σχολιάζοντας σχετικά με την αντιμετώπιση των Ελλήνων, ο Harry Luke γράφει στο βιβλίο του, "Η Κύπρος κάτω από τους Τούρκους", " οι Έλληνες κάτοικοι παντού (στο νησί) καλωσόρισαν με προθυμία τις δυνάμεις εισβολής, όταν η προοπτική του να απαλλαγούν από τους σιχαμερούς Λατίνους φάνηκε μια πραγματικότητα που επιτέλους έφθασε". Οι Έλληνες κάτοικοι εφοδίαζαν συχνά τους Οθωμανούς στρατιώτες με τρόφιμα για την πορεία τους προς τα ενετικά οχυρά. Χωρίς να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι οι Τούρκοι και οι Έλληνες ήταν οι καλύτεροι φίλοι κατά αυτή τη περίοδο, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι οι τελευταίοι θεωρούσαν τους πρώτους ως το λιγότερο από τα δύο κακά και εξέφρασαν ικανοποίηση για την αλλαγή μετά από αιώνες σκληρής Φραγκοκρατίας.
Ο Jennings που αποκρυπτογράφησε οθωμανικά αρχεία, αναφέρει ότι κατά την περίοδο 1593-1595, το 31% του συνόλου των ενήλικων αρρένων μουσουλμάνων των οποίων τα ονόματα και τα πατρικά ονόματα "αναφέρονται ως νομικοί παράγοντες (vekil) στο δικαστήριο ήταν αρνησίθρησκοι. Περισσότερο από το ένα τρίτο των μουσουλμάνων που εμφανίζονται στο δικαστήριο την εποχή εκείνη ήταν αρνησίθρησκοι, με το 30% όλων των καθοριστικής σημασίας μαρτύρων να ανήκουν σε αυτήν την ομάδα το 1609-1611, και αργότερα το 18% του συνόλου των Vekils. Οι αριθμοί αυτοί αντιπροσωπεύουν ένα αρκετά σημαντικό ποσοστό του μουσουλμανικού πληθυσμού της Κύπρος κατά τον 17 ο αιώνα.
Παρά το γεγονός ότι αυτοί οι αριθμοί μειώθηκαν μετά το 1611, ο προσηλυτισμός στο Ισλάμ δεν εγκαταλείφθηκε, μάλλον οι πηγές δείχνουν ότι συνεχίστηκε ως το 19 ο αιώνα.
Όσο για τους Μαρωνίτες, ο Palmieri σημειώνει ότι το 1572 οι Μαρωνίτες ζούσαν σε 33 χωριά, από το 1596, 24 χρόνια μετά την οθωμανική κατάκτηση της Κύπρου, ο συνολικός αριθμός των χωριών των Μαρωνιτών είχε κατέβει στα 19 και μετά από το 20 ο αιώνα λιγόστεψαν μέχρι τα 4. Τα χωριά των Μαρωνιτών περιλαμβάνονταν από τα εξής: Metosic (Μετόχι), Fludi (Φλούδι), Santa Marina (Αγία Μαρίνα), Asomatos (Ασώματος), Gansili ή Kambyli (Καμπυλή), Carpasia ή Karpasha (Καρπάσια), Cormachita (Κορμακίτης), Primisia (Τριμίθι), Casapifani ή Kazafana (Καζάφανι), Vouno (Βουνό), Cibo (Κήπος ή Κορνόκηπος), Jeri (Γέρι), Gensada (Κυθρέα), Attala (Αττάλι), Clepirio ή Klepini (Κλεπίνη), Piscopia ή Piskobu (Επισκοπειό), Gasbria (Γαστριά), Cefalarisco (Κεφαλόβρυσο) και Sotta Cruscida ή Crysida (Χρυσίδα). Πολλά από τα παραπάνω χωριά, όπως η Καμπυλή, το Καζάφανι, η Αγία Μαρίνα, και το Επισκοπειό ήταν και εξακολουθούν να είναι εν μέρει ή εξ ολοκλήρου τουρκόφωνα, ενώ ο Κορμακίτης κατοικείται από Μαρωνίτες ακόμη και σήμερα.
Ο προσηλυτισμός δημιούργησε μια περιπλοκή στην κυπριακή κοινωνία που οδήγησε στο φαινόμενο της λαθραίας κοινότητας των κρυπτοχριστιανών οι οποίοι είναι ευρέως γνωστοί ως Λινοβάμβακοι (λέξη που σημαίνει άτομα του λινού και του βαμβακιού). Ο όρος επινοήθηκε για την ανάδειξη της πολλαπλής ταυτότητας αυτής της ομάδας. Χωριά όπως η Λουρουτζίνα (το αρχικό του όνομα ήταν Λαυρεντία), η Ποταμιά και μερικά χωριά της Τηλλυρίας, που ήταν πρώην κτήματα των Λατίνων αλλαξοπίστησαν μαζικά στο Ισλάμ.
Ο LR Michel ο οποίος έγραψε για το φαινόμενο των κρυπτοχριστιανών κατά τον 19 ο αιώνα, συχνά μιλά για τη σύγκρουση μεταξύ των Λατίνων και Ορθοδόξων ιερέων για τα δικαιώματά τους κατά τη διάρκεια της ταφής των νεκρών Λινοβαμβάκων. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της οποίας οι επίσκοποι συνεργάζονταν με τους Οθωμανούς άρχοντες τις περισσότερες φορές κέρδιζε.
Υπήρξαν επίσης πολλές νόμιμες περιπτώσεις Ελλήνων ορθοδόξων χριστιανών που αλλαξοπίστησαν στο Ισλάμ, κάτι που επίσης αξίζει πάρα πολύ συζήτηση, αλλά μερικοί Έλληνες ιστορικοί υποστηρίζουν ότι, αφού οι Λινοβάμβακοι ήταν ελληνόφωνοι, αυτό μπορεί να σημαίνει ότι οι ίδιοι ήταν Έλληνες. Αλλά τα πράγματα σπάνια είναι όπως φαίνονται στη Κύπρο, οι Λατίνοι και Μαρωνίτες οι οποίοι κατοικούσαν στην Κύπρο συχνά επικοινωνούσαν εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ελληνική γλώσσα, ακόμη και πριν από την οθωμανική κατάκτηση. Ο αραβολόγος Alexander Borg επισημαίνει ότι "στο να ομηλείς κάποια περιφερική αραβική γλώσσα συνεπάγεται και η γνώση κάποιας ξένης", και αυτό θα συνέβαινε στηνΚύπρο, όπως και αλλού, όπου ζούσαν Μαρωνίτες.
Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι οι κοινότητες των Λατίνων και των Μαρωνιτών επιβίοναν στην Κύπρο για αιώνες πριν από την άφιξη του στρατού του Λάλα Μουσταφά Πασά, και μέχρι τότε είχαν ήδη εξοικειωθεί στο να ζουν σε ένα νησί όπου η πλειονότητα του πληθυσμού του μιλούσε ελληνικά.
Το γεγονός είναι ότι ένας σημαντικός αριθμός μουσουλμάνων Τουρκοκυπρίων σήμερα έχουν ένα χριστιανικό παρελθόν, και ότι εν μέρει κατάγονται από ενετικές, γενοβέζικες και γαλλικές οικογένειες που είχαν κτήματα στο νησί και που προσηλυτίστηκαν στο σουνιτικό Ισλάμ. Είμαστε μια μικτή κοινότητα, και με αυτό θα αποκομίσουμε πολλά πλεονεκτήματα και τον πλούτο που μας καθιστά αυτό που είμαστε. Είναι καιρός εμείς ως κοινότητα να συνειδητοποίησουμε ότι υπάρχουν πολλά διαφορετικά πρόσωπα στο παρελθόν μας και δεν πρέπει να ντρέπομαστε για αυτό. Αντί να το απορρίψουμε αυτό ως τρέλα, θα πρέπει να το χρησιμοποιήσουμε για να οικοδομήσουμε γέφυρες φιλίας με άλλους πολιτισμούς και να γιορτάσουμε τη πολλαπλή μας ταυτότητα. Κύπριοι ιστορικοί και από τις δύο πλευρές του χάσματος τείνουν να εστιάζονται υπερβολικά στην Ελληνική ή Τουρκική μας κληρονομιά, σε βάρος της αντικειμενικότητας, αλλά η Κύπρος ήταν και πάντα θα είναι μια σύγκλιση διαφορετικών πολιτισμών.
Του Alkan Chaglar
Μετάφραση Noctoc
Alkan Chaglar, born August 5, 1981 (1981-08-05) (age 28) in London, is a Turkish Cypriot journalist and a columnist for the weekly bilingual (English-Turkish) newspaper Toplum Postası. Educated at Leicester, Liège, and the School of Oriental and African Studies, with a background in languages, political science and history, Alkan is currently researching a PhD on the phenomena of religious syncretism.
In his weekly column Cultural Encounters Alkan Chaglar writes with a passion for cross-cultural influences and diversity in multi-ethnic countries and the state of minority languages in the World. Coming from a Turkish-Cypriot background, Alkan expressed an interest in the phenomena of Crypto-Christians and the issue of conversion to Islam in Cyprus. On the 5th of May 2006 in Toplum Postasi Alkan wrote about the Latins and Maronites in Cyprus who proselytised to Islam during Ottoman rule. Here is what he writes:
Without trivialising the significance of the settlement of Turkish Muslim settlers from Anatolia, the issue of proselytisation in Cyprus is equally central to the historical evolution of the current Turkish Cypriot community. Proselytism, the act of inducing someone to convert to one’s own faith was a widely common practice in the Ottoman Empire, as it was in many Christian Empires both before, and during the reign of the Ottomans. Predictably, prolonged proselytisation precipitated the formation of lax Muslim communities in various Ottoman dominions.
While in Ottoman Pontus and Crete, Greek Orthodox Christians were primarily the ones who were converted to Islam, in Cyprus, at least in the initial period of Ottoman rule, most converts appear to have been Latins and Maronites. Without drawing a list of lamentations, it is important in out time to at least be in a position to talk about past events such as these.
After the defeat of the Venetians by the Ottomans in 1572, an ultimatum of death, slavery or conversion was given to the Latin inhabitants of Cyprus; at least this is what many academics claim.
Well-respected Arabist and Ottoman historian Ronald Jennings summarises the sentiment the Ottomans held toward the defeated Latins, “treating the Cypriots with consideration that their good will towards them but showed no mercy to the Latins”. Jennings describes how Venetian soldiers who were taken as prisoners were offered the opportunity to free themselves of slavery or death by converting to Islam, how common this was is unknown, but several well-known figures such as the Venetian artillery commander Hercules Martingengo, converted to Islam. If high ranking commanders converted then it is quite plausible that there were many renegades from the lower ranks also.
Commenting on the treatment of the Greeks, Harry Luke said in his book, ‘Cyprus under the Turks’, “the Greek inhabitants everywhere readily welcomed the invading forces, once the prospect of getting rid of the detested Latins seemed really to have come at last.” The Greek inhabitants would often supply the Ottoman soldiers with food on their march to the Venetian fortifications. Without creating the impression that Ottomans and Greeks were best of friends at this time, it is important to note that the latter considered the former the less of two evils and welcomed change after centuries of harsh Frankish rule.
Jennings who deciphered Ottoman archives, cites that in the period 1593—1595, 31% of all adult male Muslims whose names and fathers’ names were cited as legal agents (vekil) in court were converts. More than a third of such Muslims appearing in court at that time were converts, with 30% of all instrumental witnesses belonging to this group in 1609-1611, and later 18% of all Vekils. These numbers represent quite a significant proportion of the Muslim population of Cyprus in the 17th century.
Although these numbers decreased after 1611 conversion to Islam was not abandoned, rather as sources suggest it continued into the 19th century.
As for the Maronites, Palmieri notes that in 1572 the Maronites lived in 33 villages, by 1596, 24 years after the Ottoman conquest of Cyprus, the total number of Maronite villages had descended to 19 then by the 20th century down to 4. Maronite villages included Metosic (Metochi), Fludi (Flamudi?), Santa Marina (Ayia Marina), Asomatos, Gansili (Kambyli), Carpasia (Karpasha), Cormachita (Kormakitis), Primisia, Casapifani (Kazafana), Veno (Vouno), Cibo, Jeri, Gensada, Attala, Clepirio (Klepini?), Piscopia (Piskobu), Gasbria (Gastria), Cefalarisco and Sotta Cruscida (Crysida). Many of the aforementioned villages such as Kambyli, Kazafana, Ayia Marina, and Piskobu were and still are partly or entirely Turkish speaking, while Kormakitis is still inhabited by Maronites today.
Proselytisation created an imbroglio in Cypriot society that led to the phenomenon of a clandestine community of Crypto-Christians popularly known as Lino-bambaci (the cotton-linen sect). The term was coined to illustrate the multi-identity of this group. Villages like Louroudjina (originally Laurentia), Potamia and some villages in Tylliria, which were formerly the estates of the Latins converted en masse to Islam.
L.R Michel who wrote about the phenomena of Crypto-Christians in the 19th century often talks about the conflict between the Latin and Orthodox priests over the burial rights of Lino-bambaci deceased; the Orthodox Church whose bishops cooperated with the Ottoman rulers often won.
There were equally many legitimate cases of Greek Orthodox Christians converting to Islam too, something that deserves discussion too, but some Greek historians argue that since the Lino-bambaci were Greek-speaking; this might imply that they themselves were Greek. But things are rarely as they seem in Cyprus, Latins and Maronites who resided in Cyprus often communicated partially or entirely in Greek even before the Ottoman Conquest. Arabist Alexander Borg points out that “speaker competence in peripheral Arabic entails some knowledge of foreign languages”, and this would have been the case in Cyprus as elsewhere where Maronites lived.
Let us not forget too that the Latin and Maronite communities had lived in Cyprus for centuries prior to the arrival of Lala Mustafa Pashas Army, and had by then already become acclimatised to living in an island that was majoritarily Greek speaking.
The fact is a substantial number of today’s Muslim Turkish Cypriots have a Christian past, and are partly descended from those Venetian, Genovese and French families that had estates on the island who proselytised to Sunni Islam. We are a mixed community, and with this we derive many strengths and a richness that makes us who we are. It is time we as a community realised that there are many different faces in our past and not be ashamed of it. Rather than reject this as madness, we should use these origins to build bridges of friendship with other cultures and celebrate our multiple identities. Cypriot historians from both sides of the divide tend to focus too much on our Greco-Turkish heritage, at the expense of objectivity, but Cyprus has and always will be a convergence of cultures.
By Alkan Chaglar
Μεγάλη απάτη, 73 θύματα
-
Γράφει ο Μπαγασάκος
Και τι δεν επιστράτευσαν, βίντεο ξεθωριασμένα με ταμίες να μετράνε
κολοκοτρώνηδες, "κάρτες" με το ευρώ αριστερά, την δραχμή δεξιά,
τ...
Πριν από 3 λεπτά

