Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009

Η Άγκυρα ζητάει διάλογο για «πακέτο» υφαλοκρηπίδας - «γκρίζων ζωνών»


Στην εξωτερική πολιτική κάθε κίνηση έχει τη σημασία της. Και όλα τα λάθη πληρώνονται, αργά ή γρήγορα. Άραγε ο Γ. Παπανδρέου κατάλαβε τι έκανε όταν αμέσως μετά την εκλογική νίκη του αποφάσιζε ότι η πρώτη επαφή του με ξένο πολιτικό ηγέτη θα ήταν με τον τούρκο πρωθυπουργό; Τι «σήμα» ήθελε να στείλει και σε ποιους; Θέλησε μήπως αφελώς να επανασυνδεθεί με το «κλίμα του ζεϊμπέκικου» παρελθόντων ετών; Άγνωστο. Σίγουρα πάντως ο επιδέξιος Ταγίπ Ερντογάν αξιοποίησε κατά τον καλύτερο γι' αυτόν τρόπο τη συνάντησή του με τον έλληνα πρωθυπουργό και υπουργό Εξωτερικών: Η επίσκεψη του Γιώργου ήρθε «κουτί» στον Ερντογάν, που θέλει να έχει καλό και διαλλακτικό πρόσωπο απέναντι στην Ελλάδα εν όψει της αξιολόγησης στην ΕΕ τον Δεκέμβριο, και του έδωσε την εξαιρετική ευκαιρία να στείλει στην Αθήνα μια επιστολή με προτάσεις για εφ' όλης της ύλης διμερή πολιτικό διάλογο με την Ελλάδα.
Κερδισμένος έτσι κι αλλιώς, θα είναι ο τούρκος πρωθυπουργός με την κίνηση αυτή. Ένα «ναι» της Αθήνας θα σήμαινε αποδοχή αυτού του διαλόγου (τρεις δεκαετίες τον ζητούν οι Τούρκοι), ένα «όχι» θα έφερνε την ελληνική ηγεσία σε θέση «αδιάλλακτου» γείτονα, που παραπονιέται μεν για την τουρκική επιθετικότητα, αλλά δεν ανταποκρίνεται στην... καλόπιστη τουρκική πρόταση.
Ό,τι κι αν είχε στον νου του, «την πάτησε» ο Γιώργος. Ποιος του είπε να συναντηθεί με τον Ερντογάν, έστω και ανεπίσημα, στην Τουρκία; Ποιος του είπε να κάνει δηλώσεις για καλές σχέσεις κ.λπ. μετά τη συνάντηση; Και άραγε σκέφτηκε για ποιον λόγο ο Ερντογάν δεν εμφανίστηκε δίπλα του ενώπιον δημοσιογράφων μετά τη συνάντησή τους;
Έλαβε λοιπόν την επιστολή ο Γιώργος και, αιφνιδιασμένος από τη γρήγορη αντίδραση του Ερντογάν, δεν τόλμησε να αποκαλύψει το περιεχόμενό της στον πολιτικό κόσμο και στην ελληνική κοινή γνώμη. Και μόνο το γεγονός ότι εστάλη αυτή η επιστολή αποτέλεσε μια διπλωματική επιτυχία της Άγκυρας. Ό,τι κι αν είχε στον νου του ο Παπανδρέου όταν επιδίωκε τη συνάντηση με τον Ερντογάν, σκέφτηκε λάθος. Και αγνόησε τα στοιχειώδη: Δεν ξεκινάς ποτέ κουβέντες κατευθείαν σε επίπεδο κορυφής, έστω και ανεπίσημες, με αντικείμενο «ανοικτά» προβλήματα εξωτερικής πολιτικής, και μάλιστα παντελώς απροετοίμαστος. Φυσικά, την επιπολαιότητα και τον ερασιτεχνισμό του Γιώργου εκμεταλλεύτηκε άριστα ο τούρκος ηγέτης.
Ο Γ. Παπανδρέου είναι φυσικά αναγκασμένος να αρνηθεί τον διάλογο που του προτείνει ο Ερντογάν - ουσιαστικά του πρότεινε την «ατζέντα» των συνομιλιών που θα διεξάγονταν. Πώς να δεχθεί έτσι στα γρήγορα διμερή κουβέντα για τα πάντα; Αν βέβαια ήθελε να κάνει ένα καλό «σέρβις» στον Ερντογάν εν όψει της συνόδου της ΕΕ τον Δεκέμβριο, σίγουρα το πέτυχε. Αν όχι, τότε...
Επιμένει πάντως η πλευρά Γ. Παπανδρέου στην πολιτική αφέλεια περί διαλόγου «αποκλειστικώς» για την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου, με στόχο τη Χάγη. Κι όμως ο πρωθυπουργός δεν μπορεί να μη γνωρίζει σε ποιό σημείο ο ίδιος άφησε τα πράγματα σ' αυτήν την υπόθεση ως υπουργός Εξωτερικών το 2004.
Ας του το θυμίσει λοιπόν το «ΠΑΡΟΝ»:
Το 2004 έγινε σαφές στην ελληνική πλευρά ότι η Άγκυρα για να συμφωνήσει σε προσχέδιο συνυποσχετικού (για παραπομπή του θέματος της υφαλοκρηπίδας στη Χάγη) ήθελε να πάνε στο Διεθνές Δικαστήριο «πακέτο» η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και οι «γκρίζες ζώνες»! Αυτό το γνωρίζει ο Γ. Παπανδρέου και επιπλέον αυτή η εξέλιξη βγήκε στον Τύπο. Γι' αυτό άλλωστε και ο Π. Μολυβιάτης κράτησε τακτική «ακινησίας» σ' αυτόν τον διμερή διάλογο. Ποια κυβέρνηση θα δεχόταν τέτοιο «πακέτο»; Ποια κυβέρνηση μπορεί να αποδεχθεί «αμφισβητούμενη κυριαρχία» 12 μικρών ελληνικών νησιών νοτίως της Αστυπάλαιας και 13 νησίδων και βραχονησίδων βορειοανατολικά της Κρήτης;
(Ουσιαστικά, η ελληνική θέση περί διαλόγου «μόνο» για το νομικό θέμα της υφαλοκρηπίδας ΑΚΥΡΩΘΗΚΕ το 1999 με την ελληνική παραδοχή για «συνοριακές διαφορές» με την Τουρκία, ενώ είχε προηγηθεί το άνοιγμα θέματος «γκρίζων ζωνών» από την Τουρκία.)
Η Άγκυρα ξέρει τι ζητάει: Με τον συνδυασμό υφαλοκρηπίδα - «γκρίζες ζώνες» θέλει να πετύχει τη μετατόπιση της γραμμής των συνόρων δυτικότερα - ουσιαστικά να πετύχει την πολυπόθητη «μοιρασιά» του Αιγαίου. Αυτός είναι και ο λόγος που για την Άγκυρα οι «γκρίζες ζώνες» είναι από το 1996 θέμα «ζωτικό» και από το 1998 επίσημα περιλαμβανόμενο στα σχέδια της ηγεσίας των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων (το 1998 εκτέθηκε με λεπτομέρειες στην επίσημη έκδοση του Αρχηγείου των Ακαδημιών Πολέμου της Τουρκίας).
Φυσικά, η Άγκυρα όταν το 2004 έθετε στην ελληνική πλευρά, στις περιβόητες «διερευνητικές» συνομιλίες (υπουργός Εξωτερικών ο Γ. Παπανδρέου) το ζήτημα των «γκρίζων ζωνών» συνδυασμένο με την υπόθεση της υφαλοκρηπίδας, αξιοποιούσε θεμιτά το κείμενο της Μαδρίτης (1997) για «ζωτικά συμφέροντα» στο Αιγαίο και τη μεγάλη επιτυχία της να αποδεχθεί η Ελλάδα στην ΕΕ την ύπαρξη «συνοριακών διαφορών» στο Ελσίνκι (1999). Ποια ελληνική κυβέρνηση θα συζητήσει λοιπόν σήμερα με την Τουρκία περί υφαλοκρηπίδας; Για ποιον «διάλογο» μπορεί να μιλάει σήμερα ο Γ. Παπανδρέου; Και θα τολμήσει να αναφέρει ο Γ. Παπανδρέου, ότι το 2004 είχε αποδεχθεί (ρωτήστε και τον κ. Ροζάκη) η κυβέρνηση Κ. Σημίτη τον περιορισμό των χωρικών υδάτων σε 6 μίλια, όταν συζητούσε «διερευνητικώς» με την Άγκυρα για υφαλοκρηπίδα;
Σήμερα τα πράγματα είναι για την Αθήνα πιο δύσκολα απ' ό,τι ήταν τη δεκαετία του '90 και στο ξεκίνημα του 21ου αιώνα. Η Άγκυρα έχει περικυκλώσει την Αθήνα με τα όσα οι ελληνικές κυβερνήσεις έχουν υπογράψει, δουλεύει συστηματικά το ζήτημα των «γκρίζων ζωνών» και το συνδυάζει πλέον με την υφαλοκρηπίδα του Καστελλόριζου (την οποία αρνείται) προκειμένου να πετύχει διευρυμένα όρια τουρκικής ΑΟΖ (Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης) σε βάρος της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ας σημειωθεί ότι η Αθήνα δεν έχει τολμήσει έως σήμερα να θέσει θέμα προσδιορισμού ελληνικής ΑΟΖ, προφανώς για να μην ενοχλήσει τη φίλη Τουρκία. Επιπλέον, η ατυχέστατη όσο και αφελής πολιτική της κ. Ντόρας Μπακογιάννη στα ελληνοτουρκικά έδωσε στην Άγκυρα τη βάσιμη ελπίδα, ότι μπορεί να «δουλέψει» καλά διμερώς και τα «μειονοτικά» (βλ. Δ. Θράκη).
Δεν έχει συνεπώς σήμερα ούτε

ΕΝΑ δυνατό σημείο η ελληνική διπλωματία για να στηρίξει μια πολιτική διμερούς διαλόγου με την Τουρκία. Εύκολα εξηγήσιμο αυτό, αφού από το 1996 έως πρόσφατα η Ελλάδα ηττάται διαρκώς στο πολιτικό μέτωπο των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ